Δημοφιλείς αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διασκεδαστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διασκεδαστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

Διαγωνισμός Δημιουργικής Γραφής... Εσύ θα γράψεις ιστορία;

Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσε κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινίσει…


Διάλεξε τις επόμενες 80 λέξεις που δίνουν τη δική σου ανατροπή στην ιστορία, προκάλεσε έναν φίλο να συνεχίσει από κει που την άφησες, μαζέψτε τα περισσότερα likes και κερδίστε ένα σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής!
4 απλά βήματα...

  1. Κάνε like στη σελίδα της Χαρισμάθειας στο Facebook.
  2. Κάνε share το post του διαγωνισμού ώστε να εμφανιστεί στον τοίχο σου.
  3. Στείλε μας inbox για να λάβεις το δικό σου μοναδικό #hashtag με οδηγίες.
  4. Κάνε tag έναν φίλο προκαλώντας τον στη μάχη με τα likes!
Μέχρι τότε ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΑΠΟΔΕΚΤΗ!

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Free Hugs - Shanghai, February 2008



People walk past my side, sucked into their everyday life, into their everyday tasks. Everything remains the same, everything is automated and people are lost in their routines. They ignore my existence. Not my physical existence, they can see me, they have to avoid bumping on me, but they don’t look at me. All these people, swarms of them, so close to each other, and yet so far away. They are storming each other’s side without paying any attention to the father that is holding the hand of his daughter, the two friends that are arguing, the laughter of the children in the playground. All these seem irrelevant. All these are the beauty of life and yet seem irrelevant. Life seems irrelevant. The illusion of safety of the familiar is more important than life itself. It’s an illusion that we can’t afford to disturb. We have the need to step on the footprints of the ones preceding us; to preserve the path that they have drawn; or else we will have to stand alone. Can we stand alone? Can we be ourselves? Or we are doomed to impersonal relationships that reserve that everything will remain familiar? Are we doomed to express an average behaviour? Try not to depart? Or we can create a path and leave something behind?


People are afraid of anything they don’t comprehend. So they are afraid of people. They are afraid of themselves. They suffer from estrangement and yet thing they are socialized. They are hypnotized by their daily routine, by the hope that they will have the chance to live; that somewhere in front of them the path leads to real life; the life of their choice. But is it so? And so the life passes by and we are shut firmly in our bubble which deters any penetration in our true being. 

And suddenly, as we are walking down the road of others, few make a stand. They are holding signs that state: “Free Hugs”. We start to feel uncomfortable. We don’t understand; it seems abnormal. We have to process the incident. It exceeds our everyday life; it’s outside the regularity of the familiar. It diverges. A handful of people are forcing us to make a Thought that extends beyond the narrow limits of our routine and we act awkwardly. They are pulling us out of our illusion of safety; they are giving us a wakeup call. They try to subtract the distance between us, not the spatial distance, though the real one. We get a free hug of warmth and we give back a wide smile of satisfaction. Just for a moment we escape to the real world and yet, once that moment is gone, the real world looks like a dream. We hustle to return to our chains. It feels like a wild chance that we could be free of our illusion. We need it. But now, no one can ever take that feeling away. Regardless if it is real or not it is in our hearts. Now we know that there is another way. 

A girl approaches puzzled. She poses an honest question: “But why?” and the answer is obvious: “Because we needed so!” 

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Περί αγροτών...

Ξάνθη, 2 Φεβρουαρίου 2010

Προς κάθε αποδέκτη,
Θα ήθελα να ξεκινήσω την επιστολή μου με ένα μεγάλο ευχαριστώ στους αγρότες οι οποίοι με ταξίδεψαν σε τόσα όμορφα μέρη Λειβαδιά, Δελφούς, Αράχοβα, Παρνασσό, Λαμία, Λάρισα, Κατερίνη, Κοζάνη, Βέροια, Ασπροβάλτα  για να φτάσω τελικά στην Ξάνθη, η οποία πια έμοιαζε με Ιθάκη. Ένα μπλόκο στη Λαμία, ένα στην Λάρισα, τα Τέμπη και ένα μπλόκο στις Σέρρες μετέτρεψαν  ένα ανιαρό ταξίδι που θα κρατούσε 6 ώρες, σε μια περιπέτεια 11 ωρών. Όσο και αν διασκέδασα με την όμορφη θέα της ηπειρωτικής Ελλάδας, των βουνών, των κάμπων, των χωριών της κάτω από ψιλόβροχο, πρέπει να ομολογήσω ότι άργησα στη δουλειά μου και εν μέρει ο σκοπός του ταξιδιού μου πήγε στράφι. Κάτι που όμως φαντάζει πολύ μικρό μπροστά στα δίκαια αιτήματα των αγροτών. Εξίσου ασήμαντα φαίνονται και τα 3-4 τρακαρίσματα που συνάντησα στα βρεγμένα μονοπάτια των βουνών, αλλά οι, ελπίζω μόνο, υλικές ζημιές δε θα μπορούσαν να αντιπαρατεθούν στον αγώνα μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας. Και τότε σκέφτηκα ότι η εθνική οδός δεν έχει γίνει μόνο για τις ταχύτερες και πιο εύκολες μετακινήσεις αλλά και για ασφάλεια. Πόσο ασφαλής να αισθάνεται μια οικογένεια να αφήσει τα παιδιά της να παίξουν, να κυκλοφορήσουν στους δρόμους όταν περνάνε νταλίκες από πλακόστρωτα δρομάκια; Αλλά δόξα το θεό δεν έχει ακουστεί καμία τραγωδία μέχρι τώρα. Δεν είναι δα και μεγάλη θυσία το να περιορίζονται λίγο οι άνθρωποι στα σπίτια τους όταν πρόκειται να αποφευχθεί η οικονομική εξαθλίωση των αγροτών. Δεν είναι δα και τίποτα να καθυστερήσει το εμπόρευμα των μικροεπιχειρηματιών, αποκλεισμένο στα τελωνεία, θα έχουμε εκπτώσεις και το καλοκαίρι, ίσως καταφέρουν να ρεφάρουν τότε. Μπορούμε να αντέξουμε στις κατακόρυφες αυξήσεις των γεωργικών προϊόντων στις λαϊκές, αυτά είναι μηδαμινά μπροστά στο διακύβευμα των αγροτών.

Πρέπει όλες οι κοινωνικές ομάδες να υποστούν κάποιες ανεπαίσθητες συνέπειες λοιπόν για να δικαιωθεί ο αγώνας τους. Λίγο η αύξηση των τιμών, λίγο οι απώλειες εισοδήματος, λίγο η ανασφάλεια, λίγο η ταλαιπωρία, λίγο ο περιορισμός και ο καταναγκασμός του κοινωνικού συνόλου… δεν είναι δα καιροσκοπικά τα συμφέροντα των αγροτών. Δεν είναι δα ότι κάθε χρόνο έχουμε τα ίδια. Δεν είναι δα ότι έχει γίνει θεσμός πια ο αποκλεισμός των δρόμων από τους αγρότες. Ή μήπως όχι; Κάθε χρόνο έχουν βιοποριστικά προβλήματα οι αγρότες και με ένα πεσκέσι τα ξεχνούν. Μήπως δεν είναι τα προβλήματα που τους απασχολούν αλλά το αν θα πάρουν το πεσκέσι τους; Μήπως κοιτούσαν τόσο καιρό να εκμεταλλευτούν καταστάσεις για να βγάλουν το κάτι παραπάνω αντί να λύσουν τα προβλήματα τους;

Ολόκληρη η Ελλάδα ετοιμάζεται να δώσει από το υστέρημα της, ανάλογα με τις δυνατότητες του ο καθένας, για να καταφέρουμε κάποια στιγμή να ξεφύγουμε από τις εξωτερικές πιέσεις που προκαλεί το χρέος μας, και οι αγρότες κλείνουν τους δρόμους γιατί θα πάρουν μικρότερο ‘’δωράκι’’; Μου φαίνεται πως οι αγρότες είναι απλά εποχιακοί επαγγελματίες με πολύ ελεύθερο χρόνο και κληροδοτημένη μεγάλη εμπειρία στην ταξική πάλη (Κιλελέρ) τα οποία εξαργυρώνουν πλέον για ιδιοτελείς σκοπούς, επειδή μέχρι τώρα έβρισκαν ανοχή να το κάνουν. Η εποχή που σπέρνουν, η εποχή που ποτίζουν, η εποχή που θερίζουν και η εποχή που κλείνουν τους δρόμους. Δε νομίζω πως είναι τυχαίο ότι όλες οι ‘’εξεγέρσεις’’ γίνονται σε νεκρές για αυτούς περιόδους. Δεν είναι η ανάγκη μόνο που τους οδηγεί εκεί αλλά και ο εποχικός χαρακτήρας του επαγγέλματος τους.

Δεν προσπαθούν να διοχετεύσουν την αμφισβήτηση τους και την ενεργητικότητα τους για να βρουν νέους οικονομικότερους τρόπους παραγωγής, σύγχρονες μεθόδους που θα αυξήσουν τα κέρδη τους, γιατί τέτοιες μέθοδοι υπάρχουν από τη στιγμή που έρχονται πιο φτηνά εισαγόμενα τα ίδια προϊόντα από το εξωτερικό, αλλά έχουν βολευτεί με το να ζητούν από τους φορολογούμενους να τους συμπληρώσουν το εισόδημα. Κάποιοι μπορούν να παράγουν τα προϊόντα τους, να πληρώσουν τη μεταφορά τους στη χώρα μας, να πληρώσουν φόρους και πάλι να έχουν χαμηλότερες τιμές από αυτές των ντόπιων βγάζοντας κέρδος. Μήπως βγάζει υπερβολικά κέρδη ο συνεταιρισμός τους; Μήπως καταλήγουν σε λάθος τσέπες τα κέρδη; Μήπως η λύση των προβλημάτων δεν είναι εκεί που την ψάχνουν οι αγρότες μας; Αν τα προϊόντα που παράγουν περισσεύουν σε τέτοιο βαθμό για να τα πετάνε στους δρόμους, μήπως θα έπρεπε να σκεφτούν να περάσουν σε παραγωγή άλλων πιο ανταγωνιστικών προϊόντων και να συντονίσουν τη παραγωγή τους;

Κλείνοντας τους δρόμους προσπαθούν να εκβιάσουν και την υπόλοιπη κοινωνία να ασκήσει πιέσεις στην κυβέρνηση, για να αποκατασταθεί η κανονική ροή στα ζητήματα τους, αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι στη συγκεκριμένη συγκυρία δεν παίρνουν την κοινωνία μαζί τους αλλά τη στρέφουν εναντίον τους. Είμαστε μια μεγάλη οικογένεια, μπήκαμε σε δίαιτα για να τα βγάλουμε πέρα, αλλά έχουμε και το μικρό παιδάκι να ζητάει συνέχεια καινούρια παιχνίδια για να παίξει, αδιαφορώντας για τον περίγυρο του. Αν η κυβέρνηση υποκύψει στον εκβιασμό αυτό και δώσει τα λεφτά που ζητάνε οι αγρότες δε θα βγούνε άλλες κοινωνικές ομάδες να διεκδικήσουν ίδια μεταχείριση; Εκείνοι δε θα πρέπει να πάρουν αντίστοιχα αυτά που ζητάνε; Λεφτά που δεν υπάρχουν, που ποτέ δεν υπήρχαν και για τα οποία παίρναμε δάνεια, και τώρα αναρωτιόμαστε γιατί βρεθήκαμε σε αυτή την κατάσταση. Όσα λεφτά και να σφετεριστήκαν με όλα τα σκάνδαλα, 274 δις δεν ήταν. Το χρέος έφτασε εκεί γιατί απλά μοιράζαμε λεφτά που δεν είχαμε. Να παλεύει κάποιος για πιο δίκαιη κατανομή του πλούτου είναι θεμιτό, αλλά να το κάνει για να εξασφαλίσει ετήσιο μπόνους δεν είναι.

Οι ακραίες μορφές πάλης πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ και όταν τα πράγματα φτάνουν στα άκρα, όχι να ευτελίζονται  έτσι, να μετατρέπονται μέρος του ετήσιου προγραμματισμού. Αυτό που ελπίζω είναι να μην έχουν αντίστοιχη αντιμετώπιση και οι αγρότες όταν θα έχουν την ανάγκη των άλλων κοινωνικών ομάδων, να μην είναι σε απεργία οι καθηγητές όταν θα θέλουν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, να μην απεργούν οι γιατροί όταν αρρωστήσουν οι γυναίκες τους, να μην ζούνε μέσα στη δυσωδία όταν θα απεργούν οι οδοκαθαριστές και ούτω καθεξής. Η κοινωνική αλληλεγγύη υπαγορεύει θυσίες από όλους μας όταν μια κοινωνική ομάδα προσπαθεί να προασπίσει τα δικαιώματα της, αλλά η προάσπιση των δικαιωμάτων δεν είναι ετήσιος θεσμός, είναι αυθόρμητη έκφραση αντίδρασης στις ασφυκτικές πιέσεις, που οδηγούν σε κίνημα, που έχει σαν αιτήματα κάτι περισσότερο από ένα καιροσκοπικό δωράκι.


Με εκτίμηση, προβληματισμό και λίγη αγανάκτηση
Ένας πολίτης της Ελλάδας

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Ο ιππότης και ο δράκος



Κάθεται όρθιος μπροστά από το τραπέζι, βλέπει τα φύλλα να γλιστράνε και να χορεύουν πάνω στην τσόχα, ένας δαιμονιώδης ρυθμός ακούγεται αμυδρά στο πίσω μέρος του μυαλού του, από τις μάρκες που χτυπούν η μία στην άλλη, ενώ κραυγές ανακούφισης και ικανοποίησης σπάνε κάθε τόσο τη μονοτονία.

Μόλις είχε μπει στο Grand Lisboa, με το κασμιρένιο κουστούμι που είχε ράψει στο Hong Kong, και δεν μπορούσε να μην προσέξει το μεγάλο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί πάνω από το τραπέζι του Baccarat. Στο κέντρο του τραπεζιού καθόταν μια λεπτοκαμωμένη ασιάτισσα με ωραίο κόκκινο φόρεμα, ένα χρυσό περιδέραιο με ασορτί δαχτυλίδι, ακριβή ταμπακιέρα κι ένα φινετσάτο και διακριτικό άρωμα, άξια εκπρόσωπος της καλής κοινωνίας του Macau, ενώ πίσω της είχαν μαζευτεί κάμποσοι καιροσκόποι, όλοι τους απέναντι στον dealer. Πόνταρε η κυρία, ακολουθούσανε με μικρότερα πονταρίσματα και οι άλλοι, μοίραζε ο dealer και κέρδιζε το φύλλο της κυρίας διπλασιάζοντας τις μάρκες της αλλά και όσων ποντάρανε σε αυτή, και πάλι από την αρχή. Το ίδιο συνέβαινε ξανά και ξανά προκαλώντας παραλήρημα σε όσους είχαν αρπάξει την ευκαιρία να πολλαπλασιάσουν τα λεφτά τους ακολουθώντας το ποντάρισμα της γοητευτικής ασιάτισσας.

Ο Κώστας καθόταν αμίλητος και παρακολουθούσε μία το τραπέζι και μία τους τεράστιους πολυελαίους που αντανακλούσαν στο μάρμαρο και στις επίχρυσες κολώνες. Ήθελε να κρατηθεί αλλά ένιωθε την ανίκητη επιθυμία να παίξει. Το Baccarat είναι ένα παιχνίδι όπου παίζει ένας παίκτης απέναντι στον dealer και οι υπόλοιποι ποντάρουν σε όποιον από τους δύο πιστεύουν ότι θα κερδίσει. Οπότε οι πιθανότητες νίκης είναι 50%. Τώρα ποια φύλλα κέρδιζαν και ποια όχι ήταν άγνωστο για αυτόν και δύσκολα μπορούσε να καταλάβει παρατηρώντας το τραπέζι. Είχε πάνω του δύο χαρτονομίσματα από 500 δολάρια το καθένα και η φινετσάτη ασιάτισσα συνέχιζε να κερδίζει. Έπεισε τον εαυτό του να αγοράσει μάρκες με το ένα χαρτονόμισμα και αν τελικά αποφάσιζε ότι ήταν ριψοκίνδυνο, να μην παίξει και να τις εξαργυρώσει. Μια σκέψη τριβέλιζε μυαλό του, ότι μπορεί να κερδίσει, ότι μάλλον θα κερδίσει, ότι θα κερδίσει. Έκανε λίγο χώρο μέσα από το πλήθος πλησιάζοντας διστακτικά περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να χτυπήσει, ενώ ο dealer συνέχισε να χάνει, για αρκετά πονταρίσματα ακόμα. Η σκέψη είχε ωριμάσει μέσα του και είχε αποφασίσει να παίξει. Έτσι κι αλλιώς τι ήταν 500 δολάρια για αυτόν; Δεν ήταν τόσο τα λεφτά όσο το συναίσθημα ανωτερότητας, ότι μπορούσε να αποδειχτεί νικητής. Η όμορφη κυρία έβαλε μια μεγάλη στοίβα με μάρκες στο φύλλο της και αμέσως όλοι γύρω ακολούθησαν με μικρότερα πονταρίσματα. Ήταν η ώρα. Με μια σιγουριά, που αποτυπωνότανε στο βλέμμα του, ο Κώστας πόνταρε όλες του τις μάρκες απέναντι τους και υπέρ του dealer. Όλοι γύρισαν να τον κοιτάξουν. Απορούσαν. Μα δεν βλέπει ότι δε γίνεται να κερδίσει; Ευγενικά ο dealer του δίνει το φύλλο του να το παίξει αυτός και μοιράζει. Πρώτα σ’ αυτόν και μετά στην κυρία. Ο Κώστας μην ξέροντας για τι φύλλο να κοιτάξει ή πιο φύλλο κερδίζει άνοιξε απότομα τα φύλλα του τη στιγμή που οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να κρυφοκοιτάξουν. Από την αντίδραση στα πρόσωπα τους κατάλαβε ότι το φύλλο του ήταν καλό. Διέγνωσε μια απαξίωση και μια απογοήτευση από την όμορφη ασιάτισσα στα δεξιά του. Ανασήκωσε τις άκρες από τα φύλλα της και έριξε μια κλεφτή ματιά από κάτω και τότε η απογοήτευση της έγινε πιο έκδηλη. Άνοιξε τα φύλλα της και ένας βαρύς αχός ακούστηκε. Ζήτησε άλλο ένα φύλλο το οποίο άνοιξε εναποθέτοντας τις ελπίδες της. Το πέταξε νευριασμένη, είπε κάτι στα Cantonese, πήρε τις μάρκες της και έφυγε, ενώ ακολούθησαν και οι υπόλοιποι. Ο Κώστας είχε διπλασιάσει τα λεφτά του. Μάζεψε ήρεμα τις μάρκες του και πήγε να εξαργυρώσει. Ήταν τύχη; Ήταν διαίσθηση; Ήταν ευφυΐα; Μήπως καλή γνώση της θεωρίας παιγνίων; Ή μήπως των άγραφων νόμων του τζόγου; Ίσως όλα μαζί.

Έφυγε από το casino, κατευθυνόμενος προς την χερσόνησο του Macau, σκόπευε να πάει να φάει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου του. Έτσι κι αλλιώς το Royal Hotel φημιζόταν για την κουζίνα πέντε αστέρων που είχε. Πέρασε τα ερείπια του αγίου Παύλου, διέσχισε την πλατεία με το σιντριβάνι όπου επικρατούσε η πορτογαλική κουλτούρα, έριξε μια ματιά στα κλασσικά κτίρια του 16ου αιώνα με τις πορτοκαλοκίτρινες προσόψεις και χώθηκε στα στενάκια. Δεν άργησε να φτάσει στο ξενοδοχείο του αφού το ταξί δεν τον είχε αφήσει πολύ μακριά, τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να πάρει τη γλυκιά γεύση της ενδοχώρας με τις γραφικές γιαγιάδες στα παγκάκια και τα κοριτσάκια με τις σχολικές τους στολές, όλα τους ίδια, να χοροπηδούν, να φωνάζουν και να τρέχουν δίνοντας ζωή στην πόλη. Μπήκε στο εστιατόριο και κάθισε αναπαυτικά σε ένα μικρό τραπεζάκι βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν καλός στη δουλειά του, ήταν ο καλύτερος! Πριν λίγες ώρες είχε κλείσει συμφωνία εκατομμυρίων με πολυεθνική εταιρία και η μικρή επιχείρηση που είχε στήσει στην Ελλάδα πριν δύο δεκαετίες περίπου, τώρα είχε γίνει διεθνής κολοσσός! Και αυτός περήφανος πια μπορούσε να ηρεμίσει αναλαμβάνοντας τη γενική διοίκηση και το διεθνή συντονισμό. Κάτι που σήμαινε ευθύνες βεβαίως, αλλά και πολλά ταξίδια, οικονομική ευρωστία, καλοπέραση αλλά κυρίως ηθική ικανοποίηση και ανταμοιβή αφού αυτό ήταν το όνειρο του από παιδί! Να ηγηθεί στον χώρο των επιχειρήσεων και να αναγνωριστεί διεθνώς. Να πάρει το μικρό του οικοδόμημα και να το κάνει μεγάλο, να το κάνει τεράστιο και έτσι να γραφτεί με χρυσά γράμματα το όνομα του στις σελίδες της διεθνούς αγοράς. Δικαιώθηκαν επιτέλους οι επιλογές του, ξεπέρασε τα πρότυπα του και βγήκε μπροστά. Ήταν πρωτοπόρος, ήταν καινοτόμος και διαμόρφωνε πλέον τις τάσεις. Είχε επεκταθεί σε 23 χώρες σε ολόκληρο τον πλανήτη, είχε πιάσει όλες τις μεγάλες αγορές, είχε μπει σε όλες τις μεγάλες συμφωνίες και τώρα είχε επικρατήσει και στην ασιατική αγορά με ηγεμονικές αγορές επιχειρήσεων που τον καθιστούσαν τη μεγαλύτερη δύναμη σε Ινδία, Κίνα και Ινδονησία. Κανείς δε μπορούσε να τον φτάσει. Ήταν εμφανίσιμος σαρανταπεντάρης,
γοητευτικός, εξαιρετικά οξυδερκής, καλλιεργημένος και πλέον επιτυχημένος και αναγνωρισμένος στην διοίκηση επιχειρήσεων. Είχε αυτό το κάτι που κανείς δε μπορεί να προσδιορίσει, αλλά σε κάνει να ξεχωρίζεις από τη μάζα, σε κάνει διαφορετικό, σε κάνει ηγέτη.

Απορροφημένος όπως ήταν από τις σκέψεις του και την αυταρέσκεια του δεν παρατήρησε καν ότι ο σερβιτόρος που πλησίασε μονολογούσε στα ελληνικά, πριν τον ρωτήσει ευγενικά στα αγγλικά αν ήθελε να παραγγείλει. Με άπταιστα αγγλικά περιέγραψε το μενού που θα επιθυμούσε συμπεριλαμβάνοντας σούπα για πρώτο πιάτο, ψητό ρύζι με ανανά και κοτόπουλο για ορεκτικό, βραστά λαχανικά και χοιρινό με γλυκόξινη για κυρίως, και όλα αυτά να συνοδεύονται από διάφανο παραδοσιακό κινέζικο κρασί. Φυσικά το ξενοδοχείο είχε και ευρωπαϊκή κουζίνα αλλά το επόμενο πρωί ο Κώστας πέταγε για Shanghai και 3 μέρες αργότερα για Νέα Υόρκη, έτσι δεν είχε πολύ χρόνο για να χορτάσει αυθεντικό κινέζικο φαγητό. Καθώς γύριζε να φύγει ο σερβιτόρος, στιγμιαία, κοίταξε, απλά από συνήθεια, το ταμπελάκι με το όνομα του, που ήταν καρφιτσωμένο πάνω από την τσέπη του
πουκαμίσου του. Ντίνος Αγγελόπουλος έλεγε με λατινικούς χαρακτήρες. Αυτός ο σερβιτόρος είχε το ίδιο επώνυμο με τον Κώστα. Σίγουρα θα είναι Ελληνοαμερικάνος σκέφτηκε, μιας και το επώνυμο του είναι τόσο συνηθισμένο. Φαντάζεσαι να είναι Έλληνας; Αλλά αυτή ήταν μια στιγμιαία σκέψη που πνίγηκε στο πέλαγος των τόσων που πλημμύριζαν το μυαλό του. Έβγαλε ασυναίσθητα 50 δολάρια και τα άφησε στην άκρη να τα δώσει για πουρμπουάρ, αφού θα πλήρωνε με την κάρτα του.

Ο Ντίνος ήταν ένας μεσήλικας, μάλλον μεσόκοπος αρκετά ταλαιπωρημένος για την ηλικία του, ενώ στο πρόσωπο του μπορούσες να διακρίνεις ότι τίποτα δεν του χαρίστηκε σε αυτή τη ζωή. Είχε ξεκινήσει από την εφηβεία του να δουλεύει σκληρά και από τότε είχε αλλάξει αρκετές δουλειές χωρίς να νιώσει ποτέ επαγγελματική πληρότητα και ικανοποίηση. Στα 22 του είχε ανοίξει το δικό του κατάστημα στην Αθήνα, είχε βρει όπως έλεγε αυτό που έλλειπε από την αγορά και έτσι το εγχείρημα του θα είχε σίγουρη επιτυχία. Ήταν τόσο σίγουρος που είχε τσακωθεί και με τον πατέρα του, ο οποίος τον πίεζε να δεχτεί τη θέση στο δημόσιο που του πρόσφερε ο θείος και οι γνωριμίες του. Τα λεφτά δε θα ήταν πάρα πολλά αλλά θα ήταν σίγουρα και θα κάλυπταν τις βασικές του ανάγκες. Εξάλλου υπήρχαν και προοπτικές ανέλιξης με τα χρόνια. Αυτός πήρε ένα δάνειο και έβαλε μπρος το μαγαζί του.
Με όπλο την ιδέα του, αλλά και τις γνώσεις διοίκησης που είχε από τη σχολή του ήταν σίγουρος για την επιτυχία. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν επιμονή. Τα πράγματα όμως δεν πήγαν καλά και το μαγαζί δεν έβγαζε τα έξοδα του. Ο Ντίνος δεν το έβαζε κάτω. Η προώθηση φταίει έλεγε, θα κάνουμε καλύτερη διαφήμιση και θα έρθουν οι πελάτες. Πήρε κι άλλο δάνειο και άρχισε μεγάλη διαφημιστική καμπάνια. Ο κόσμος αυξήθηκε αισθητά αλλά τα έξοδα είχαν εκτοξευτεί, και όσο και αν φαινόταν περίεργο ο κόσμος σπάνια αγόραζε. Τα έβαλε με την στρατηγική πωλήσεων. Οι πωλητές δεν ξέρουν να πουλάνε έλεγε, δεν το πιστεύουν. Καινούριο δάνειο και πάλι για να σωθεί το μαγαζί και πάλι απογοήτευση.

Ο Ντίνος δεν το έβαζε κάτω, πούλησε το μαγαζάκι του στο κέντρο και βγήκε να εφαρμόσει το σχέδιο του στο εξωτερικό. Πίστευε ότι η ελληνική αγορά ήταν πολύ πίσω για να εκτιμήσει την ιδέα του, θα πήγαινε στην Αμερική να αποδείξει σε όλους ότι άξιζε η επιμονή του, και θα έστελνε λεφτά στην Ελλάδα να αποπληρωθούν τα δάνεια που είχε χρεώσει στον πατέρα του. Έφυγε για τον Καναδά και άρχισε να ψάχνει για ένα συνέταιρο να συμμερίζεται την ιδέα του, κάποιον που θα μπορούσε να βάλει το κεφάλαιο. Περάσανε κάμποσοι μήνες και όλες οι προσπάθειες αποδείχτηκαν άκαρπες. Απλώς δεν μπορούσε να πουλήσει την πρωτότυπη ιδέα του. Αρχίσανε να τελειώνουν τα λεφτά από την πώληση του μαγαζιού στην Αθήνα και ένιωθε τον χρόνο να τον πιέζει. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει μια 
δουλειά να βγάζει τα προς το ζην. Έκανε αίτηση στην αλυσίδα ξενοδοχείων Holiday Inn για τη θέση του manager και ύστερα από κάμποσες συνεντεύξεις τον πήραν δοκιμαστικά. Ο Ντίνος είχε πολύ όρεξη για δουλειά και έβαλε στόχο να αυξήσει την αποδοτικότητα των υπαλλήλων και να βελτιώσει την εξυπηρέτηση πελατών. Δυστυχώς όμως η διεύθυνση δεν ήταν ικανοποιημένη από τη δουλειά του. Πρότεινε να τον προσλάβει στην κουζίνα, αφού τους είπε πόσο μεγάλη ανάγκη από λεφτά είχε, και να τον στείλουν στο ξενοδοχείο στην Shanghai όπου θα έβγαζε αρκετά σε σχέση με το βιοτικό επίπεδο της χώρας, έτσι ώστε να του μένουν και κάποια λεφτά στην άκρη, ενώ θα του διέθεταν και δωμάτιο στο ξενοδοχείο.

Το πήρε απόφαση ο Ντίνος, εγκατέλειψε την ιδέα του, συμβιβάστηκε με τη δουλειά στην κουζίνα αλλά και με την επικείμενη μετακόμιση του στην Κίνα. Πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσει να ξεπληρώνει το χρέος του στην τράπεζα. Οι τόκοι είχαν εκτιναχθεί και ο πατέρας του άρχισε να έχει προβλήματα με την υγεία του. Έπρεπε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Δούλεψε λίγα χρόνια στο Holiday Inn, έκανε αρκετές γνωριμίες και δεν άργησε να βρει καλύτερο μισθό σε ξενοδοχείο στο Macau. Ήταν σερβιτόρος στο Royal Hotel. Κατάφερνε να εξοικονομεί λίγα χρήματα κάθε μήνα κυρίως από τα πουρμπουάρ και με τον καιρό έβαλε και δυο τρεις βοηθούς στη δούλεψη του.

Ο Ντίνος και ο Κώστας είναι τόσο διαφορετικοί, με βίους εκ διαμέτρου αντίθετους, και μοναδικό σημείο τομής ένα φιλοδώρημα στη σάλα ενός ξενοδοχείου, αλλά με πολύ περισσότερα κοινά από όσα θα φαντάζονταν. Και τους δύο τους είχε συνεπάρει από μικρούς η διοίκηση και το management. Διάβασαν και οι δύο το μεγάλο δάσκαλο Δημήτρη Μπουραντά, που έδειχνε το δρόμο σε έναν ηγέτη να φτάσει στην καταξίωση, που έκανε την διοίκηση παιχνίδι, κρατούσαν σημειώσεις πάνω στο μεγάλο του λογοτεχνικό έργο ‘’όλα σου τα’ μαθα, μα ξέχασα μια λέξη’’ και ταυτίστηκαν με τον ήρωα του τον καθηγητή Νίκο Αλεξίου. Ξεκίνησε σα μεγάλη τους έμπνευση και κατέληξε στόχος ζωής. Διαμόρφωσε
την προσωπικότητα τους και έδωσε νέα πνοή στον τρόπο που σκέφτονταν.

Τους προέτρεπε να βρουν καινούριους και πρωτότυπους συνδυασμούς. Όπως έλεγε ξεχωρίζουν και πάνε μπροστά όσοι κάνουν τα πράγματα διαφορετικά, όσοι σκέφτονται έξω από το κουτί, πέρα από τις στερεότυπες και πεπατημένες λύσεις. Μη φοβάστε, είναι απαραίτητη η καταιγίδα για τα δέντρα που θέλουν να φτάσουν σε περήφανα ύψη. Αν ονειρευτείς θα κάνεις κάτι. Και αν κάνεις κάτι θα ονειρευτείς ξανά. Ο ηγέτης περνά όραμα, αξίες, ιδανικά. Πιστεύει στους ανθρώπους του και τους οδηγεί σε ένα καλύτερο αύριο. Ηγέτης μπορεί και πρέπει να είναι ο προϊστάμενος στην επιχείρηση, ο δάσκαλος στην τάξη, ο γονέας στα παιδιά, ο επαγγελματίας στο χώρο του, ακόμα και το παιδί στην παρέα του. Ο ηγέτης αμφισβητεί το κατεστημένο, ανοίγει νέους ορίζοντες, εμπνέει και πείθει, ο manager διαχειρίζεται δίνει εντολές και ελέγχει.

Λόγια που τα κάνανε τρόπο ζωής. Λόγια που σημαδέψανε τη ζωή τους, η βίβλος που συμβουλεύονταν για να πάρουν τις αποφάσεις τους. Ήταν το υπόδειγμα τους, θέλανε να ζήσουν τη ζωή του. Μπήκαν και οι δύο σε σχολές οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων. Διάβασαν αρκετά και πήραν το πτυχίο τους στα τέσσερα χρόνια. Τόσα κοινά βιώματα οι δυο τους αλλά με τόσο διαφορετικές διαδρομές. Γιατί; Ήταν θέμα τύχης; Ήταν θέμα μοίρας; Άσχημη συγκυρία; Ο ένας επιτυχημένος προκαλούσε την τύχη του και την δάμαζε και ο άλλος να κατρακυλάει όλο και πιο βαθιά στα χρέη όταν επιχειρεί να γίνει το ‘’αετόπουλο’’ που θα ξεφύγει από το ’’κοτέτσι’’. Περπατούσαν με τις ίδιες αρχές αλλά με
διαφορετικές ικανότητες. Είχαν τα ίδια εφόδια αλλά τα αξιοποιούσαν με διαφορετικό τρόπο, είχαν διαφορετική κρίση.

Όταν διάβαζαν στο πανεπιστήμιο κανένας καθηγητής δεν τους είπε ότι ηγέτης είναι αυτός που ξεχωρίζει, και αφού πρέπει να ξεχωρίζει θα είναι ένας στους τόσους. Ηγέτες δε μπορούν να γίνουν όλοι, ο ηγέτης είναι ξεχωριστός, ηγέτης γίνεται αυτός που ρισκάρει αλλά κερδίζει κιόλας. Σε κανένα βιβλίο δε λέει τι γίνεται με εκείνον που τελικά προσπαθεί αλλά δεν τα καταφέρνει. Κανείς δε μιλάει για αυτόν που ρισκάρει αλλά χάνει. Αυτός πάντα λείπει από το παραμύθι που τους μάθαν στο σχολείο, και πάντα ο ιππότης σκοτώνει το δράκο. Ποτέ δεν αναρωτήθηκαν πως ο δράκος έγινε τόσο τρομερός, ώστε να θέλει να τον σκοτώσει ο ιππότης, και πόσους ιππότες είχε σκοτώσει πριν από αυτόν. Σου λένε να μη φοβάσαι να ονειρεύεσαι να κυνηγάς τα όνειρα σου, με οποιοδήποτε κόστος, αλλά δε σου λένε τι θα γίνει άμα πέσεις.
Η κουλτούρα της αγοράς είναι ισοπεδωτική και προσπαθεί να κάνει την καλύτερη διαχείριση υλικού. Ωθεί τους πάντες να ποντάρουν στην ματαιοδοξία τους, να προσπαθήσουν και να αφήσουν κάτι πίσω τους, κάτι που θα σημαίνει πρόοδο για όλους. Οι ικανοί θα τα καταφέρουν και θα γράψουν το όνομα τους στο βιβλίο της ιστορίας. Οι υπόλοιποι θα μάθουν με το δύσκολο τρόπο ότι δεν είναι όλοι για μεγάλα πράγματα. Ότι έπρεπε να είχαν συμβιβαστεί και τώρα φοβούνται μέχρι και να ελπίζουν, όχι να
ονειρευτούν, κρυμμένοι και τσακισμένοι χωρίς καμία αναφορά στην προσπάθεια τους, που έβαλε υποθήκη το μέλλον τους. Το σύστημα έχει πάρει τα μέγιστα, αφού όλοι δώσανε τον καλύτερο εαυτό τους, οι καθηγητές, άθελα τους, το εξυπηρετούν μνημονεύοντας τις μεγάλες επιτυχίες του, θέλοντας να χαθούν στη λήθη οι ιππότες που δεν κατάφεραν να σκοτώσουνε το δράκο. 
Μάλλον θα πρέπει ο καθένας να μάθει να μετράει τις δυνάμεις του. Να μάθει να βάζει μεσοπρόθεσμους στόχους για να φτάσει στο όνειρο. Στόχους εφικτούς και μονοπάτια τα οποία να είναι ξεκάθαρα. Αλλά πάνω από όλα ότι και να κάνουμε στη ζωή μας να είμαστε σίγουροι ότι είναι επιλογή μας. Ότι εμείς το διαλέξαμε και δε μας το έχουν επιβάλλει. Πρέπει να μπορούμε να κοιτάξουμε πίσω τη ζωή μας και να μην έχουμε να μετανιώσουμε για τίποτα. Όχι γιατί όλα πήγαν καλά, αλλά γιατί όλα πήγαν όπως θέλαμε να πάνε, και ακόμα και αν δεν καταφέραμε να φτάσουμε στο στόχο δε μας απασχολεί, γιατί εμείς το κάναμε για την ευχαρίστηση τη δική μας, την ικανοποίηση του ταξιδιού. Έτσι μόνο θα μπορέσουμε να βγούμε πιο δυνατοί από μία αποτυχία. Όταν ξέρουμε ότι παρόλο που δε φτάσαμε στην Ιθάκη αυτό που θέλαμε ήταν να περάσουμε από τις σειρήνες και τον Πολύφημο. Έτσι μόνο θα μπορέσουμε να νιώσουμε την απόλυτη επιτυχία. Όταν ξέρουμε ότι πετύχαμε σε αυτό που πραγματικά σήμαινε την Ιθάκη για εμάς. Αυτή είναι η τρομερή συνεισφορά της πειθούς στην κοινωνία των ανθρώπων. Είναι μεγάλο πράγμα για ένα γονιό να μπορεί να εξηγήσει στο εύπλαστο μυαλό ενός μικρού παιδιού τι είναι σωστό να κάνει, αλλά να το αφήνει να παίρνει μόνο του τις αποφάσεις του έστω και αν διαφωνεί με αυτές. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, και για κάποιους λόγους με τις επιλογές που κάναμε, πετύχαμε ή αποτύχαμε. Αυτό δε σημαίνει ότι κρατάμε τη μυστική συνταγή για τίποτα από τα δύο. Ο καθένας έχει τη δική του, μέσα του, και τη χρησιμοποιεί όπως νομίζει. Οι υπόλοιποι είμαστε εδώ για να συμβουλεύουμε, αλλά και να στηρίζουμε τις αποφάσεις είτε συμφωνούμε είτε όχι. Κοιτάζοντας γύρω μας θα καταλάβουμε ότι ένας Ντίνος ή ένας Κώστας μπορεί να βρίσκονται οπουδήποτε. Ακόμα και μέσα μας.

Ένας οξύς παρατεταμένος ήχος γέμισε το δωμάτιο. Το ρολόι στο κομοδίνο έδειχνε 7 ακριβώς. Ο Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος σηκώθηκε νωχελικά από το κρεβάτι, ντύθηκε, έπλυνε τα δόντια και το πρόσωπο του, πήρε ένα τετράδιο και ένα στυλό έδωσε ένα βιαστικό φιλί στη μητέρα του, που τον περίμενε στην πόρτα, με το μπουφάν και τα κλειδιά του και έφυγε βιαστικά για το σχολείο. Τις δύο πρώτες ώρες έχει έκθεση και τη βαριέται, θα κάνει υπομονή μέχρι την πέμπτη ώρα που έχουν οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων που απολαμβάνει τόσο πολύ. Τι του ετοίμαζε η μοίρα για το μέλλον του;

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

My internship in Shanghai

It's around 5pm and I am sitting in the office trying to organize the thoughts in my mind. All this things that I want to do and don't know if I have the time to do them. It's natural to have this kind of thoughts since I am leaving China in less than a month.. Which places I haven't visited yet, which preparations I should make, when I should start counting days to leave, I should send some things by mail, I should confirm my ticket. Too many thoughts about the finish line of my internship, but what about the time that i have passed here?


It was more than a year ago when I applied for an internship in China. Actually I didn't chose the internship. The internship chose me. When i was reviewing my potential future working environments I knew that i didn't have any luck applying for other positions. I was 35th in the row and the offers where just 10. So I had eyes only for China. A place so far away from the western civilization and for so long; 6 months seemed like a century compared to the 1-3 month duration of the other offers... These seemed to be the ''disadvantages'' of this internship and at the same time the reason that I had chances to get it.


I stood up for the chinese offer that was the only one left and some months later (after a delayed reply... and 35 minutes interview) I was packing for China. No one believed that i was actually going to do that. Not even me... I hadn't realized yet. This is a special way for me to take decisions. I never sa no to a challenge and when the time comes I face it... and in some way I always get throug it! I was in China at the airport, waiting for the delayed intern that was supposed to pick me up. I was staring all these Chinese passing by me, all these signs in Chinese and the feeling was so different. The apartment, new people, new faces, just coming back from work, tired with no mood for chit chat and small talk; the subway, people pushing one to an other squeezing trying to fit in the train; people spitting and this traffic jam, the constant beeping in my earsand the drivers that didn't pay attention to anyone... That was my first impression. I got lost the first day that I tried to go to work alone, so I found the chance to explore Shanghai under the rain. I was lost in a city of 25 million people, one of the biggest cities in the world and it seemed magic! No one I could speak to, and understand me, or have the confidence to speak english to me, and all of them rushing and speaking a language that I couldn't even recognize a word, only sounds.


Now I am sitting in my office thinking what a good time I had; my trip in Nanjing, my trip to Hangzhou, Hong Kong these water towns, but most of all the people that i met here. Shanghai is rapidly developing with people from all over the world; people that are fresh in a new environment and are trying to find their way; the perfect conditions to meet a new person! It was really out of my expectations to meet this combination of different personalities, trying to analyze the cultural differences and different reactions in the same situation. I came here determined to put up with everything new, everything strange, and try to compromise in every way. In my apartment, when i had 9 roommates, in my job when I heard unreasonable things, even my personal life when i faced their different - for me- behavior. I put up with the fact that i couldn't express myself as I wanted when I wanted, with the reallity that i couldn't have Xmas with my family and my friends, that i was in a country that didn't even celebrate Xmas and I will have to stay here during Easter too.


At last I decided that besides compromising I could get a step farther. Start influencing my environment. Show my own characteristics, I was glad to be the first to do ''free hugs'' in Shanghai, to do hitch hiking to Nanjing (400 km) and in general try to show a different way of thinking to the people surrounding me according my personality and character. I took a lot from this experience that i thought that wouldn't be included in the general term of ''knowing a different culture'' that i used and gave what I could.

The reasons that everyone didn't want to come here and the reasons that I convinced my self that i should, were the reasons of which I benefited. Now 6 months are not enough to explore China in all different ways, I don't know if I have been completly accepted by this culture, but I sure feel like I home now. And believe me opportunities that you have here there are nowhere else in the world and the reasons to come more than I could imagine. Now I kind of speak Chinese and have a tatu which says 友谊高于一切

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Spring outgoing 2008

It's springtime and as it was expected IAESTE trip was a fact! It was 19 of May when we gathered in front of our office to start our small adventure. A bit later than scheduled, since we had late arrivals at the meeting point... some of the people really sleepy, some of the people in a rush, some others a bit frustrated because of the delay but the coordinators ready to welcome all the newcomers.

We departed at 10 o'clock heading at Hainang. First stop was in Yan Guan Ancient City a bit later than expected.. as you alla can imagine... It was slightly raining but this was not a reason for the most of us to ruin our mood. We had a good rest after a short introdution, on our way there, so we had energy to spend, explore the ancient city dressed up with traditional Chinese clothes and not only. After taking the necessary pictures and having tofu (it really stinks in an actual way) for lunch, we headed to the hotel to settle down and take a shower. A while later it was dinner time and the entire group enjoyed the luxurious hotel cuisine, and especially the ones that were not really fun of tofu, and felt kind of ''empty'' after lunch...
We  decided to take a walk to Nanbei Lake by night while we had already arranged to take a tour around the lake early in the morning too. We walked and talked, chasing our few chances to find a bar in the middle of nowhere and there it was! We felt relieved and satisfied for our blind trust to our insticts, because of an almost ruined KTV (karaoke - place which alwayw excites chinese people) that we found by the lake, ready to host us with some beers and old traditional song, sang by middle-aged in the background..  The ''overnighters'' sat outside, on the balcony, just above the lake, when the ''early sleepers'' took their way back to the hotel. The breeze felt wonderful by the lake.. After couple of beers we left the already abandoned place and we went to rest to our comfortable rooms.

The breakfast was ready on time, served at 7 to the early birds that were ready to start their new day with the morning-tour to Nanbei Lake. They told me it was beautiful... (I was the one of the two that were sleeping) and after they came back we checked out and headed to the Tide park. The tide (a unique natural phenomenon as it was called) was not on time, so we found the chance to climb down, approach the sea and explore the properties and the attitude of the mud over there, something that was forbidden. After the tide came, we left and went to lunch. It was our last stop before our return back home. We ate, took our last group photos, thanked the locals for their hospitality, which were really excited with us, european guys, visiting them and were hugging and taking pictures with us, and departed. After 3 hours our trip was over. We were back in Shanghai.

Contact me

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *