Αδιαμφισβήτητη παρακαταθήκη του
Σωκράτη ήταν η διαλεκτική του μέθοδος, η μαιευτική. Η τέχνη των ερωτήσεων. Η
αντιληπτική ικανότητα του Σωκράτη είχε το απαιτούμενο βάθος ώστε να μπορεί να
εντοπίζει τις αδυναμίες λογικών συνειρμών και να τις αναδεικνύει μέσα από
στοχευμένες ερωτήσεις. Με τη συνεχή αμφισβήτηση και την ανάδειξη λογικών
αλμάτων κατάφερνε να προσεγγίζει όλο και περισσότερο την αλήθεια, όπως
περιγράφει και ο Πλάτωνας στο "Σοφιστή", ακολουθώντας την επαγωγική
σκέψη. Ο Σωκράτης ήταν η αλογόμυγα που δεν επέτρεπε τον εφησυχασμό ή την
επανάπαυση στην κεκτημένη γνώση. Με τη διαρκή αμφισβήτηση των πάντων έσπρωχνε
την ανθρωπότητα να διανύσει όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της έλικας που οδηγεί
στην αλήθεια, με μόνη παραδοχή ότι σοφότερος όλων είναι αυτός που αναγνωρίζει
ότι ακόμα δεν ξέρει τίποτα.
Αν ο Σωκράτης ζούσε στην αρχαία
Ρώμη θα αμφισβητούσε το "Θεό - Αυτοκράτορα", αν ζούσε στο Βυζάντιο
θα αμφισβητούσε τον "Βασιλιά - Αυτοκράτορα" και θα χαρακτηριζόταν
φιλελεύθερος. Αν ζούσε στα χρόνια του Χριστού θα αμφισβητούσε τόσο το Χριστό
όσο και τους Φαρισαίους, αν ζούσε στην αρχαία Σπάρτη θα αμφισβητούσε τόσο τους
Βασιλείς όσο και τη Γερουσία και κατ' επέκταση θα φάνταζε δημοκράτης. Αλλά ο
Σωκράτης έζησε στην Αθηναϊκή Δημοκρατία, την πρώτη Δημοκρατία που θεσπίστηκε
και σε αυτή ασκούσε κριτική. Έλεγε ότι για να αναθρέψεις ένα άλογο θα φωνάξεις
έναν άξιο γητευτή και ότι δεν είναι όλοι εξίσου ικανοί σε όλες τις δουλειές. Με
αυτό τον τρόπο προσπαθούσε να αναδείξει το γεγονός ότι στη λήψη αποφάσεων
παίρνανε μέρος ισάξια αυτοί που γνωρίζανε αλλά και αυτοί που είχαν άγνοια. Προέτρεπε
τους μαθητές του να μην αναλώνονται σε κοινωνικές συναναστροφές αλλά να
καλλιεργούν το πνεύμα τους για να είναι σωστοί στις αποφάσεις τους. Για αυτές
του τις απόψεις κατηγορήθηκε ότι ήταν φίλος της ολιγαρχίας.
Ο Σωκράτης θέτει ένα υπαρκτό
ζήτημα το οποίο θίγει τον τρόπο λειτουργίας του Δημοκρατικού πολιτεύματος,
κλονίζοντας τους θεμέλιους λίθους του: το γεγονός ότι λαμβάνουν μέρος στις
αποφάσεις όλοι οι Αθηναίοι πολίτες ισάξια ασχέτως της αντίληψης τους πάνω στο
διακύβευμα. Η διατύπωση αυτού του δομικού προβλήματος τον καθιστά όμως φίλο της
ολιγαρχίας; Δεν προτείνει κάποιο καλύτερο πολίτευμα, δε φεύγει να πάει να ζήσει
υπό οποιοδήποτε άλλο, ούτε και προτείνει την ανατροπή του υπάρχοντος. Η
διαπίστωση του αυτή λειτουργεί απαραίτητα αποσταθεροποιώντας την Αθηναϊκή
Δημοκρατία; Αναγνωρίζοντας το πρόβλημα αυτό η κοινωνία των Αθηνών μπορεί και
οφείλει να οπλίσει όσο το δυνατόν με υψηλότερη παιδεία και περισσότερη ποιοτική
γνώση όλους τους Αθηναίους πολίτες και ως εκ τούτου, οξύνοντας την κριτική τους
ικανότητα, να καταφέρει να ελαχιστοποιήσει τα εγγενή μειονεκτήματα της
Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Κάτω από αυτό το πρίσμα ήταν ζημιογόνα για την κοινωνία η
κριτική του Σωκράτη; Ήταν εσφαλμένη; Μήπως οδηγούσε στην επαγρύπνηση των
πολιτών; στην εξώθηση τους για διαρκή βελτίωση και επαναπροσδιορισμό; Αυτή δεν
ήταν άλλωστε και η δική του θεώρηση απέναντι στη γνώση, την οποία περνούσε και
στους μαθητές του;
Οι ανησυχίες του Σωκράτη είχαν ως
αφετηρία την υποκειμενική και ενδεχομένως ατεκμηρίωτη κρίση των Αθηναίων
πολιτών και κατέληγαν στο κατά πόσο η κρίση αυτή επηρεαζόταν από την πειθώ, την
ευγλωττία, τη ρητορική και άφηνε στην άκρη το δίκαιο και τη λογική. Κατά πόσο
δηλαδή έπαιρνε προβάδισμα ένας σοφιστής απέναντι στη δικαιοσύνη χάριν της
Αθηναϊκής Δημοκρατίας και κατά πόσο η δικαιοσύνη λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο
για όλους. Προβληματισμοί τους οποίους εξέθετε χρησιμοποιώντας ένα δεύτερο
δομικό χαρακτηριστικό της Δημοκρατίας: την Ελευθερία του Λόγου.
Όσο η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν
ισχυρή, δυνάμωνε από την κριτική του Σωκράτη και γινόταν πιο κραταιά. Για
δεκαετίες τον δεχόταν και επωφελούνταν από τη διδασκαλία του, παρά τις
αντιδράσεις επιφανών ανδρών οι οποίοι ενοχλούνταν από τη διαρκή αμφισβήτηση
τους. Το 399 π.Χ. όμως η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν αδύναμη. Είχε χάσει τον
Πελοποννησιακό πόλεμο, είχε γκρεμίσει τα τείχη της και είχε τσαλακωθεί η
περηφάνια της. Επιχειρούσε να παγιωθεί
εξ αρχής μετά την κατάλυση της από τους τριάκοντα, ενώ προσπαθούσε να εδραιώσει
την υπόσταση της με τους εξόριστους τυράννους να την απειλούν από την Ελευσίνα.
Οι κλυδωνισμοί από την αμφισβήτηση του Σωκράτη δεν ήταν πλέον ανεκτοί και όπως
κάθε αδύναμος που απειλείται, έτσι και η Δημοκρατία των Αθηνών κατέφυγε σε
σπασμωδικές και λανθασμένες κινήσεις. Κατηγόρησε τον Σωκράτη ότι δεν τη σέβεται
και παρακινεί τους νέους να πράξουν το ίδιο υποσκάπτοντας τη.
Ο Σωκράτης με την Απολογία του προσφέρει
μια απόδειξη της διδασκαλίας του, ενώ δίνει ταυτόχρονα την ευκαιρία στην
Αθηναϊκή Δημοκρατία να υποστηρίξει τη δική της θέση. Μπορεί δικαίως να αθωωθεί
ένας είρων, υβριστής που, χρησιμοποιώντας το δικαίωμα του στην ελευθερία του
λόγου, αναδεικνύει τις αδυναμίες του πολιτεύματος; ή αδίκως θα κριθεί ένοχος
για να πληρωθεί το κοινό αίσθημα και να πάψει η αμφισβήτηση της Δημοκρατίας; Θα
αθωωθεί ένας κατηγορούμενος, ο οποίος όχι μόνο δεν είναι πρόθυμος να βρει ωραία
λόγια για να ισχυροποιήσει τη θέση του αλλά αντιθέτως θα προκαλέσει κιόλας, εάν
αυτό είναι δίκαιο; ή θα καταδικαστεί αδίκως για να μην κινδυνεύσει το
πολίτευμα; Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία είναι αυτοσκοπός η δικαιοσύνη ή η ανάγκη
επιβίωσης ενός πολιτεύματος που αυτοαναιρείται;
Οι Αθηναίοι πολίτες φάνηκαν
ανεπαρκείς και αναντίστοιχοι στις ιδέες τους καταδικάζοντας άδικα το Σωκράτη σε
θάνατο στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν την υπόσταση του πολιτεύματος τους,
δικαιώνοντας ταυτόχρονα τη διδασκαλία του Σωκράτη. Ενώ ο Σωκράτης αποφάσισε να
υπομείνει την θανατική του καταδίκη σεβόμενος την άδικη απόφαση μιας
Δημοκρατίας την οποία κατηγορήθηκε ότι υποσκάπτει, αποδεικνύοντας ότι πίστευε
στις αρχές που θα έπρεπε να διέπουν το πολίτευμα και όχι το πολίτευμα αυτό καθ'
εαυτό. Ο Σωκράτης με την Απολογία του έθεσε και το τελευταίο του ερώτημα που θα
ισχυροποιούσε ή θα απέρριπτε τη Διδασκαλία του. Αθώος ή Ένοχος;
From the beginning of this lecture I would like to point out that I will not speak in favor or against Liberalism. I will describe it as it is, as a tool, as a state, as a point of view. I do not want to provoke or guide your reasoning. Everything that I state will not be subjective personal opinions rather objective facts. Liberalism and Interventionism or the mixture of them defines social behaviors, politics; sets a way of living and philosophy rightly made a great deal out of them since they influence directly the individual status of life, the purpose of existence and the Idea of Great Happiness.
By referring to “Liberty” we actually refer to Freedom of choice. We should make a distinction here since it is common failure to confuse Freedom of choice with Free Will. Freedom of choice applies so that different people can be free to express their diversity; so that different people in the same situation or the same person under different circumstances are permitted to make different choices; and by choosing deliberately restraining their freedom.
Free Will on the other hand refers to the existence of a cause behind each causal. It referstowhetherweliveinadeterministicenvironment or not. Whetherscience and any scientific research are looking for causes or whether it is just statistics. The deterministic character of the environment, according to which under the influence of the same circumstances there will be always the same outcome, leads to prescribed future and negates Free Will. Following a systemic approach, in a closed system, a system that is not interacting with anything outside itself, if we know all the parameters, all the forces that are applied, and we make the appropriate calculations we can predict the forthcoming situation; and using that as a feedback we can predict all the future situations infinitely or until the destruction of the system. So if we regard humans and all the factors that shape their decisions as a closed system, that leads with mathematical precision to the fact that when these factors are given, the outcome will be given too. So if there was a Unit which had all the knowledge, the data and the computing capacity to handle them, it would yield as information all the future states of the system, proving that it is predetermined. Therefore, actually humans have the Freedom of choice, but their choices are predetermined, based on the factors that are shaping them, they are just incapable of realizing that.
Sometimes we have the illusion that we cheat on nature laws, that we bend them, but on the contrary we accomplish everything just by taking advantage of them. The laws of nature are above us. They were here from the beginning of Time and will be here to the end of It. Everything is made out of them and according to them. They form a field in which we are free to do everything possible but they have predetermined the outcome of it. They shape the Greater Plan, which apparently includes us for now, but it is not necessarily built around us. They don’t have neither cruel nor kind intentions. They just exist. They don’t change according to our prayers or will and they don’t subject to teleology. Science is the vehicle of Humans to reach the truth, but as Gödel proved with the incompleteness theorem; since we don't know the beginning or the end, in a strong system there will be things that we won't be able to prove. So there is where belief is born. As far as I’m concerned Laws of Nature are the projection of the Cause that created this world and Free Will is just like a unicorn; we like to think about it, while we know that it does not exist.
Liberalism is a term that is used wisely instead of Liberty, since Liberty can only exist self-constrained and defined by a frame. Pure and unconstrained Freedom can only exist as an Utopia, it’s beyond imagination. So Liberalism imprints the effort which leads to states of less constraint. In order to talk about this tendency we must first of all explore all the factors that constrain Liberty as well as the frames in which it can be applied.
We are living creatures. As living creatures, as humans, which are the factors that set our limits? Which are the factors that force us constrains? We are bounded by the laws of nature which results in our capabilities and our needs. We need to feed because we consume energy, we need to sleep because we have to rest, and we need to regulate our temperature because our structure can survive under certain circumstances. We don’t have wings in order to fly autonomously and we are incapable of breathing autonomously under water. We are bounded in our existence, in our body with its limited abilities and its given needs. We don’t examine where these limits are or how far they can extend but the fact that they exist and we cannot surpass them. This is the reason why unconstrained Liberty does not exist. We are manufacturing tools to help us extend our limits. People use airplanes to fly, travel under water, walk on the moon but even in that way we are limited to where our tools can get us to. Furthermore even if I accept the assumption that in depth of time mankind is capable of making everything that we imagine come true, we would still be bounded by our imagination. It is just as when we stare at the horizon above the sea; and we feel that our view is obstacle-free but at the same time it is the horizon itself that limits our view.
The frame with the most degrees of freedom is our imagination. We are free to think whatever we want but we must be blind enough to think that our imagination doesn't have limits. Our dreams and our imagination is a projection of our experiences, our hopes; they get feedback from what we see, what we feel and depend on our ability to extend our perception. It conveys the feeling of a bottomless well but that's only because we cannot possibly know what we could have imagined if the filters set by our religion, our beliefs, our surroundings, our experiences had been different. We can only state for sure that our imagination would be different.
As humans we form and live in societies. In this frame new strings are attached. New boundaries and new constrains arise;written and unwritten laws. In order to coexist we set a formula of obligations and rights to follow, legislature. In order to function coordinated and to similarly serve our interests governmental power is applied. We need to feel comfortable with what we don't apprehend, we need hope, so we build religions and subject to superstitions. We follow traditions and customs in order to serve our culture and feel integrated to the continuation of the past. We need to fit in and to be approved by the society so ethics arise, rules of conduct that set our behavior; we keep up with trends and artificial fashions promoted by idols that reflect the "status of success". In order to communicatewith each other we match meanings with sounds and we structure languages, we manufacture gestures. Given that we want to be understood, are we free to make any sound that we want in order to express ourselves or are we bounded to where our tools can get us to? We build new means of expression or we add innovative elements to extend the already existed; but is the freedom of expression totally free? Or is it self-constrained by its means and the comprehension of the receivers? Can someone play music without structure, tempo, rhythm and melody? Can someone talk or write without grammar, vocabulary and syntax? It is obligatory to comply with certain dictates. All of these particles of society inevitably are governed by, and at the same time govern their subjects with rules. They set constrains which have to be dealt with.
Now naturally the question arises: Why are there rules? Do people need something to guide them? Or they could handle it themselves under certain circumstances? How could we act beyond rules and laws? We have of course to separate natural laws which stand above us and laws that people force to each other in order to serve a purpose. Artificial laws, created by humans are there to spare us from the cost of choice, since making the right choice poses a great deal of effort and demands a great deal of stress. But nature does not like to spare its resources. It's the principle of Minimum Energy, the second Law of Thermodynamics that imprints the tendency of every system to reach equilibrium, to reach the State of the Minimum possible Energy. It's the principle of Inertia that Galileo first stated and Newton confirmed with his First Law that showed that all systems tend to hold their current state and constant amounts of energy are required in order to hold a system instable. Equilibrium is the nature's call but we cannot overlook the fact that evolution comes through instability. Freedom demands a constant spend of resources; people that have spare resources choose to be free as far as their resources can get them and on the other hand people that have lack of them choose to have the illusion of Liberty which we all need no matter if we are up to it. Rules are implemented to cover the lack of understanding and are produced through the accumulation of knowledge through the ages. They are supposed to cover the cultural deficit and lack of values.
Imagine that you are standing in front of traffic lights. It's 4 o' clock in the morning, you are sober and you are near your neighborhood. You have a red light that prevents you from crossing the road but there is no one’s will nearby to conflict with yours. If you can understand the purpose of the specific traffic lights, if you own the spirit that lies behind the law, the purpose that the law serves and you are not in conflict with it, can you bypass it? It is really difficult to be confident that you have calculated the impact of your actions short and long term and it needs a great amount of energy to criticize reflect on everything so we are as free as we can; depending on how good our perception is and how do we distribute our resources. But it is common to overestimate our abilities or underestimate the calls that we are up against. If you are foxy enough and you find a way to evade taxes you gain short term an amount of money; but have you calculated adequately the impact of your actions? You undermine the state revenues and as a result the public health care, the public educational system and the social benefits. In long term this will crack the social cohesion and will cost you more than you benefit. This is just foxy not smart. Higher-level thinking is required to comprehend that most times your personal interest is served better through the common interest. Liberalism is neither good nor bad. It is a tool, a point of view and we should handle it depending on our capabilities. People following the rules are as useful as those who criticize them. What would a coach of a football team be without the football players? What would a theater director be without actors?
Now we come to a very crucial point at which we must decide: if we are not guided or based on rules, where should we be based on? How should we make our decisions? Laws are temporary; they define each society and are defined by them. They are linked with the Ethics and try to handle upcoming situations; they try to either prevent or punish and as a result legislation is an art.
Law is not science. Think; during the 14.000 years of mankind how many different ethics, how many different religions, and how many different societies did it come and go? What used to be unethical now has become a trend and the law of jungle that prevailed, now is claimed to be savage. We lived on trees, we moved into caves, we formed societies, we experienced great wars and disasters, we came through periods of Enlightenment and Obscurantism, we made Crusades, we had slaves and at one point we decided to assign human rights, as if they didn't result, they didn't stem out from the united nature of humans, so that we could threaten to take them back. And at that point women were free to vote, it was their right. There are so many contradictions and all of them according to the Ethics of the time. Authority and Laws reflect the current "right thing to do" and should have as a purpose; to interpret, to realize, and to introduce certain Values to human societies. If we were able to stand on the constant Values that Laws mean to interpret, if we found the spirit that lies in the Values which underlie the Legislation and we set them as a guide; are we not above the Laws? Are we not free to surpass them? Are we not acting as the laws should dictate? This is what Liberalism is about.
Take for example the Greek tragedy of Sophocles “Antigone”; Antigone is a play written in the Golden Century of Pericles before 442 BC, and describes the choice that a tragic character, Antigone, has to make in order to be loyal to the Values in which she believes. Her rebel brother is killed in the battlefield and Creon, who is the Authority, condemns him not to be buried; the harshest punishment at the time. Antigone decides to bury her brother and follows the value of human dignity unlike her sister Ismene who complies with the Law under the fear of death. Creon condemns Antigone to be buried alive for her disobedience, since she does not deny that she has buried her brother, and she decides to kills herself. Gods, that embody the Values that stand above the Law, punish Creon to lose his son and his wife who both commit suicide. This story demonstrates the strength that is needed in order to be free, it teaches us that freedom has a cost and also shows how sometimes we have to make a stand if the Laws don't comply with the Values that we serve.
An example of recent history and probably more familiar to you would be the one of Philippe Petain and Jean Moulin. Marshal Petain had an outstanding military leadership during the First World War, which made him a national hero. During the Second World War, while France was facing the defeat in June 1940 he was appointed Premier of France and Chief of State of Vichy. So as the Authority he chose to comply with Nazism which embodies the disregard of human life. As soon as Jean Moulin decided to stand up against the Germans, he set himself above the Laws. He was arrested in June 1940 and he tried to commit suicide, cutting his throat with a glass. This shows that the burden of his overwhelmed him at that point; but despite this fact he chose to make a stand. He was the one that united the French Resistance under the name of Charles de Gaul, he was betrayed, arrested and tortured to death by Klaus Barbie, the Butcher of Lyon, the head of Gestapo and despite this fact he never revealed anything to his captors. A World War hero, a Marshal embodies the Authority that betrays the Value of Freedom and Human Life and a frightened man that initially almost killed himself demonstrates courage remaining loyal to his Values. There is a great contradiction. The moment that Petain surrenders to the Nazi, and Charles de Gaul declares that: “the resistance continues we don't follow the government's orders”, Charles de Gaul is against the Law, he is a traitor, and he could face court martial; and if that had happened he would probably have come up against death penalty. After the War Charles de Gaul becomes the Authority and Marshal Petain is the traitor whose life is going to be spared by his formerprotégé.As you see Laws and Authorities change. You can be considered responsible for treason because of your actions and at the next moment you can be Authority because of them; but Charles de Gaul as much as Jean Moulin sticked to the Value of Liberty and Human Life no matter how they were regarded facing the Law. They were both free men, at the same time when many of the charges against Klaus Barbie were dropped, because of the legislation that had protected people accused of crimes under theVichy regime.
At this point the big question arises. Could the Authorities ever be abolished? Could we ever live without Laws? We have already demonstrated the huge amounts of energy that are required in order to be free; the huge burden that we have to carry. We accepted the fact that there is a lack of culture and that Laws apply to cover the lack of understanding, while they accumulate knowledge. Every one of us is as free as he can be, as free as his resources can get him to. Taking that under consideration, rules will always be necessary, but this doesn't mean that we have to feel comfortable under their cover. We have to realize that legislation is an art, is altering according to the society which is temporary, while Values are constant and apply to Humanity. What we need to do is to make the Laws as identical as possible to our Values so that they serve them in the best way. This should be their purpose; to embody these Values to a constantly changing society. The best Government is the one that won't have to do anything. But this presupposes two things. Firstly that everything would work perfectly through self-management and auto-correction and secondly that there will be a Government; something that ensures that there won't be a gap which someone will try to cover. There are things of common interest that could subject to central management as public Works, infrastructure and common benefits. Last but not least we have to ensure safety which is one of the greater Goods.
But which are the Values on which we should be based on? Which should our compass be?One of the first Values recognized was Justice. Homer, the epic ancient Greek poet wrote Iliad around 850 BC and symbolized Justice with Ilios, which is the Greek word for Sun, and impersonated it through Achilles. Far too many years ago in ancient Athens, in ancient Greece the first Democracy was established so that the first State of Justice would be built. Earlier, Pythagoras, one of the greatest mathematicians, said: “It seems that Justice is a square; in all parts equal and identical”. Just is anything that applies in the same way to everyone, with no distinctions or exceptions. Justice means that you respect the others as if they were yourself. Justice means that you take full responsibility of your actions and you are willing to accept every consequence regardless if it is positive or negative. Even for those who don’t believe that there is an objective principle of Justice, mandatory accepted; there is definitely the intersubjective sense of Justice which applies to everyone. And out of Justice came Liberty itself, as a Value. There are innumerable examples of nations struggling for their Freedom. Enlightenment came to structure Liberalism and Immanuel Kant came to argue that the only objective higher principle of pure Reason that can be experienced is Freedom. Enlightenment resulted in the French Revolution in 1789 with the demand of Liberté EgalitéFraternité, and the French Revolution showed the way for the Revolution in Spain, Italy and Greece.
I would be unjust not to mention Equality as a principle Value but be ware; Equality results from our universal Human Nature and we are Equal in the level of our rights that stem out of this Nature. It is very easy though to confuse Equality with Identity and then a huge problem arises. Identity is a big bulldozer that smashes your diversity and out of the blue you become replaceable, disposable something that leads with mathematical precision to Stalin and Mao. So you might end up in the completely opposite of Liberty. As much as Liberalism is concerned Justice is over Equality precisely for the fact that we demonstrated before: everyone can be as free as his perception and his stamina can get him. The set of principles that could structure a liberal society on stable foundation is Humanism; and such group of principles is necessary because it sets an a priori purpose which forces the society to subject to teleology fulfilling it. A bunch of bricks is just a bunch of bricks; but if you add a purpose they might become a house. It is the purpose that gives the structure. A society with no constraints that is not based on Moral Values will not be Liberal; will just be flooded with Impunity. And an example of Impunity is demonstrated in several aspects of Christiania, where the experiment of Liberalism has turned in unconstrained drug dealing.
There are several philosophical schools from ancient to present times that recognize the fact that the more we let our needs take command on us the less free we are. It was in 465 BC when Antisthenes, a pupil of Socrates, established the School of Cynics. For the Cynics the ideal principle of moral life was the discharge of any human need, the simplicity and the naturalness of living, setting them as bliss. Cardinal virtues in the school of Cynics were temperance, fortitude and apathy, while on the other hand pleasure was the greatest evil. Cynicsbelieved in absolute sobriety and more over in the total disregard for the established values of honor and glory. They had no respect for ideas and doctrines that turned man into a slave serving them.
In the early 3rd century BC Stoicism was founded. Following the Cynics, the establishment of Stoic ethics was that: good lies in wisdom and self-control. They strived to be free from passions by following reason and stressed the rule: "Follow where reason leads." The idea was to be free of suffering through being objective. For the Stoics, Reason meant not only Logic, but also understanding the processes of nature. The four cardinal virtues of the Stoic philosophy are Justice, Wisdom, Courage and Temperance; a classification derived from Plato’s teachings Following Socrates, the Stoics tried to discharge the influence of the society's role models and try to find their purpose in their internal nature. They also supported that unhappiness and evil were the results of human ignorance of the reason in nature and they derived from the misguided individual's purpose. A common saying of the Stoics that stems out of the universal nature of humans is:"Kindly remember that he whom you call your slave sprang from the same stock, is smiled upon by the same skies, and on equal terms with yourself breathes, lives, and dies."
In more recent times Existentialism came to defend the human nature. Jean-Paul Sartre summarized Søren Kierkegaard's teaching in the quote: Existence precedes Essence. The Existence has no inherent static properties, unlike Substance, but is perpetually shaped by personal action; so everyone is responsible for his becoming. Jean-Paul Sartre as much as Kierkegaard insists that there is no external benchmark according to which man should be oriented. His Guide is only himself and he has to create his rules. Consequently,opposite to the command of the society, self-determination of behavior as an act of Freedom is something inescapable for Humans, which are not allowed to find any other sources of self-determination. Jean-Paul Sartre and Alber Camus dealt with all aspects of human situations, including that of absolute Freedom. According to Sartre's words "Man is condemned to be Free. Condemned because he didn't create his own self and yet also free, because once he came to this world he was responsible for his actions. Act as you would like all the Humanity to do." On the other hand Camus influenced by Immanuel Kant tried to introduce an imperative that demands respect for Human Dignity, even in a universe bare from any meaning; even if there is no higher Reason to govern, even in Absurd. There are numerous philosophers and writers that defended Freedom besides Immanuel Kant, Sartre, Camus, and Kierkegaard. Nietzsche'sÜbermensch is representative exhibit of Liberty, in which he defined the nature of his own existence; also Simon de Beauvoir had a great contribution to integrating Existentialism and Freedom with feminism.Other important intellectuals that contributed with their thought to Liberty were Martin Heidegger, Fyodor Dostoevsky and Franz Kafka; while the inscription on the Greek scholar's, Nikos Kazantzakis, grave can summarize Freedom in a few words: "I hope for nothing, I fear nothing, I am Free." Let me remind you that Nikos Kazantzakis lost the Nobel Prize for Literature from Alber Camus for one vote in 1957.
Considering Politics as a superset of Economy and wealth distribution, it can be understood that Liberalism applies there as well. This field is divided in two major sectors; capitalism and socialism, and Freedom applies in both. Starting from the socialistic field we recognize the ultimate Interventionism in Communism as it is described by Karl Marx and Friedrich Engels in The Communist Manifesto and Das Kapital, and the absolute Liberty in Anarchy as it is presented by Joseph Proudhon and Pyotr Kropotkin.
Anarchy is a word derived from the Greek language, a loan, and in Greek it is formed by the privative a, which expresses negation or absence and the word “Archy” which means Authority. So anarchy denotes the absence of Authorities. The major idea on which this concept is based is that everyone is entitled to have access to the recourses that he needs and by combining them with the expertise needed he is free to express himself as he wants through labor and benefit out of it in any way he wants. People would collaborate if this didn’t suppress them and all of them would have the right to equally participate in all levels of the production line from management to labor and from earning to spending. The cardinal virtue in such framework is self-management. However, as Kropotkin himself admitted, the fact that the resources are limited forces principle values in their distribution. So Anarchy is claimed to be an Utopia due to lack of resources, exactly as Freedom. Furthermore it is doubtful if this self-managed structure could handle the expertise specialization that is demanded within the framework of the constantly larger scale projects that result from evolution.
The first anarchic society is described in the 3rd century BC by Zeno in his survey called “Politya”, which means State in Greek. Zeno was the founder of the School of Stoic philosophers to which we referred earlier. In the world that he imagined there were no courts, security forces, military forces, churches, money or even schools and weddings. People lived together as a herd in an ecumenical community that worked with the same morals and the same natural laws. In such an anarchic society, which is governed by freedom and justice, there is no property or family. He explains simply that people can live under these circumstances peacefully due to the fact that besides the instinct of self-preservation, every man has within him and the social instinct that leads to the association and the cooperation with his fellows to a greater good. So if people follow their inner instincts and reason, which can determine the moral Values, they will live harmoniously and as a result laws and authorities are useless. Kropotkin regarded Zeno as the “best exponent of anarchist philosophy in ancient Greece.”
In recent times, Pierre-Joseph Proudhon, who was a member of the French Parliament; was the first person to call himself anarchist in 1840’s, so he is rightfully considered to be the “father of Anarchy”. His first major work, “What is Property?” drew the attention of Karl Marx, who started a correspondence with him. They influenced each other and they met here in Paris while Marx was exiled. Their friendship finally ended when Marx responded to Proudhon's “The Philosophy of Poverty” with the provocatively titled “The Poverty of Philosophy”. The dispute became one of the sources of the split between the Anarchist and Marxist wings of the International Working Men’s Association. Proudhon favoured workers associations, as well as individual worker possession, over private ownership or the nationalization of land and workplaces. He strenuously rejected the ownership of the products of labour by the state, arguing that while "property in product does not carry with it property in the means of production, the right to product is exclusive; the right to means is common". For Proudhon the only legitimate source of property is labour. What one produces is one's property and anything beyond that is not. He considered that Anarchy would be achieved in a peaceful manner since it is a political system that demands unanimous acceptance and provides no military forces. Proudhon asserted that, Anarchy is Order, the phrase which inspired the anarchist symbol – the circled-A. The A stands for Anarchy and the O, that circles it, stands for Order. Although overshadowed by Karl Marx he formed the General Idea of the Revolution in the Nineteenth Century which is quite well known.
Pyotr Kropotkin on his behalf was also opposed to the thinking of Leon Trotsky, Vladimir Lenin and Joseph Stalin which supported centralised planning and control. He was known as "the Anarchist Prince" and he tried to explore the widespread use of cooperation as a survival mechanism in human societies. In his essay “Mutual Aid: A Factor of Evolution” in 1902 he comes to the conclusion that: In the animal world we have seen that the vast majority of species live in societies, and that they find in association the best arms for the struggle for life; understood, of course, in its wide Darwinian sense – not as a struggle for the sheer means of existence, but as a struggle against all natural conditions unfavourable to the species. The animal species, in which individual struggle has been reduced to its narrowest limits, and the practice of mutual aid has attained the greatest development, are invariably the most numerous, the most prosperous, and the most open to further progress. The mutual protection which is obtained in this case, the possibility of attaining old age and of accumulating experience, the higher intellectual development, and the further growth of sociable habits, secure the maintenance of the species, its extension, and its further progressive evolution. The unsociable species, on the contrary, are doomed to decay.
Interventionism promises to ensure better coordination and as a result greater performance in absolute numbers with trade off: suppression to its societies. In the name of Equality it abolishes a certain fact: our diversity. On the other hand Liberalism leads to constant mental alertness in opposition to the complacent attitude, the dullness and lack of judgment that Communistic societies promote. Our choice depends on our principles; whether we think that living worths more than surviving; whether we prefer Asterix and the Gauls to the Smurfs and Papasmurf.
In the contrary in the capitalistic field not only is labor considered as property, but novelty and entrepreneuriat as well. That means that innovative ideas could be rewarded from the surplus value of labor. Classical Liberalism is a philosophy committed to the ideal of limited government, liberty of individuals including freedom of religion, speech, press, assembly and free markets. It was developed in 19th century mainly by David Ricardo, although it was based on the economics of Adam Smith; which was a social understanding of individual Liberty, natural Law, utilitarianism and a belief in progress. Classical liberals agreedthat government had been created by individuals to protect themselves from one another and that individuals should be free to pursue their self-interest without control or restraint by society. They should be free to obtain work from the highest-paying employers, while the profit motive would ensure that products that people desired were produced at prices they would pay. In a free market, both labor and capital would receive the greatest possible reward, while production would be organized efficiently to meet consumer demand. Government, as explained byAdam Smith, should have only three functions: protection against foreign invaders, protection of citizens from wrongs committed against them by other citizens, and building and maintaining public institutions and public facilities that the private sector could not profitably provide such as roads, canals, harbors, railways, and communications services.
The central virtue behind this theory is that you produce a good that covers some needs. The more essential it is the more people will pay for it, so the lower the surplus value needs to be in order to make a profit. So essential products tend to have values near their cost of production while luxury products are overpriced. If someone chooses to raise the prices of the essential products to force consumers to pay more in order to cover their needs he will lose since his competitor will provide the same product in lower prices and will attract all the customers. Thus in fact the market is self-regulated around the balance point set by the Law of Supply and Demand which maximizes the gain for both sides; consumers and traders. On the other hand Interventionism regulates the markets either by establishing monopolies which tend to raise the prices of the products; since the consumers will be obligated to pay if they want to cover their needs or by fixing low prices for products that makes them unprofitable and as a result, producers are unwilling to produce them.
The first to have talked about such liberate politics was Laoziin the 6th century BC. Laozi is the author of the classic Chinese text, the Tao Te Ching, and the founder of Taoist philosophy. A common theme that runs throughout the Tao Te Ching is that the ruler should not meddle in society; instead, the people should be left to their own devices. He simply thought that such meddling would be counter-productive. Whenever we intervene in the order of things, we create unintended side effects. We mess things up. Taoists often say, "Things do not get confused; we get confused."The Taoist concept ofwei wu wei"do without doing" may bring to our mind the later Western concept oflaissez-faire,let do.
But do we live in a universally Liberal capitalistic society? Liberal capitalism is not just about the absence of Laws to regulate the market. It is about freedom of individuality, freedom of speech, freedom in information access and freedom of self determination. When you drill violence with army forces and you establish dictatorships to control whole nations and continents in order to have cheap labor; when you force people in starvation so that you can minimize the cost of production, this doesn't make you Liberal. This is the exact opposite. This is Intervention and leads to manipulation, lower prices and overconsumption. So a nation must either willingly starve its citizens or exploit other nations in order to be competitive. Even in the European Union, nations with more wealth and stronger economies deliberately imposed loans on smaller countries in order to maintain debts, which can use later on to put pressure on them to force lower salaries so that they can build a comforting industrial area closer to them. Intervention doesn't stop there. When there is an effort of deliberate destabilization of the common currency by individual countries in order to promote their exports, this is called regulation. It is not wise though to play games with the markets because speculators will take the snowflake and turn it into snowstorm. But as I stated earlier higher-level reasoning is required to understand that most times your personal interest is served better through the common one and now we are in the middle of an economic crisis.
Before closing this lecture we have to point out that there is an unbreakable bond between Freedom and Great Happiness. We seek to conquer high peaks and when we've made it we discover that there are higher peaks from there; and once we've made it to the highest peak we find out that during this time we were under the stars. The difficulties we face and the effort that we make in order to achieve these objectives are the ingredients of Happiness. Recognizing the trouble and the resources we invested, we recognize and the true value of our goal; it is the cost that we paid in order to fulfill our unsatisfied feeling that comes as a reward.
From this point of view everyone has the right to pursuit his Happiness, since every individual is free to define his own subjective goals that are meaningful for him and try to achieve them. The experience of Happiness though is rare in nowadays; what makes it hard to find it though it is not the difficult nature of Happiness as much as the incorrect choice of goals. We are part of a society which willingly and unwillingly pushes us to embrace its own goals using role models setting the trend and the appropriate status of living; we comply with the desires that we inherit from our social environment and we are chasing the American Dream at a point that as an objective is fictional and doesn't represent our needs. So even if we manage to achieve the goals set by the society the wholeness that comes as a consequence is not of the same magnitude as the effort we made; simply because the target didn't express our will. Therefore the most essential part in the pursuit of Happiness is the beginning. The definition of the objectives, keeping in mind that they might have to be rearranged in the process. A false initial choice puts us on a path that brings no clearance so it is profound that being Free from the society's demand is essential in order to achieve Great Happiness. So the thing that most of the people think that is given, the goals of their life, is what will eventually bring or bereave Happiness depending on whether these goals stem from their unique identity and reflect their own needs or they stem from their need to identify with the rest and comply with the social demands . The society is a ritual, a method to serve our internal tendency that puts us in a procedure to explore, to learn, to evolve and this tense of humans is actually an effort to expand the island of our freedom. There is nothing wrong about being part of the society but it is all wrong to let it own us.
There is a distinction between the thing that we must do and the proper thing to do. Here, today, I didn't give you anything more than a different point of view, I practically gave you nothing; but sometimes Nothing is Everything. The future, like everything else, is open and at the same time closed. Prescribed, but is yet to be played. Where you stand is up to you.
Το παρόν άρθρο έχει στόχο να εξηγήσει τόσο τα αίτια της παρούσας κατάστασης στην ελληνική οικονομία όσο και τα αποτελέσματα που έχουν οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί, όπως και να κάνει κάποιες προτάσεις. Σκοπός μας δεν είναι να κρίνουμε ούτε θετικά ούτε αρνητικά τις εξελίξεις παρά μόνο να τις εξηγήσουμε, όπως επίσης θεωρούμε ότι προτεραιότητα αυτή τη στιγμή έχει η έξοδος από την κρίση και όχι η απόδοση ευθυνών. Είναι πολύ σημαντικό να δημιουργηθεί μία κοινωνική συνείδηση, και ίσως σε κάποιο βαθμό μια συναίνεση, για τις εξελίξεις και εφόσον ο καθένας θα αποκτήσει προσωπική εικόνα για το κατά πόσο βοηθάει μια απόφαση ή όχι θα είναι σε θέση να κρίνει πιο αποτελεσματικά.
Θεμελιώδους σημασίας είναι να καταλάβουμε αν η Ελλάδα επιθυμεί την πτώχευση και αν οδηγείται προς τα εκεί με τις αποφάσεις της. Αν είχαμε αποφασίσει να προχωρήσουμε σε χρεοκοπία τότε δε θα χρειαζόταν να πάρουμε μέτρα γιατί απλούστατα το χρέος μας θα είχε παραγραφεί, παρόλα αυτά θα είχαμε εισέλθει σε περίοδο βαθύτερης κρίσης εφόσον δε θα είχαμε αξιοπιστία. Οι επενδυτές που μας είχαν δανείσει τα λεφτά τους θα έβλεπαν ότι τα χάνουν οριστικά και όπως είναι φυσικό δε θα ήταν εύκολο να αποφασίσουν να επενδύσουν ξανά στην Ελλάδα, όπως και οι υπόλοιποι, από τη στιγμή που θα ήμασταν επισφαλής επένδυση, σίγουρα λοιπόν δεν θα ήταν προς το συμφέρον μας, ούτε και προς το συμφέρον των δανειστών μας. Έχει συμφέρον η ΕΕ ή το ΔΝΤ να χρεοκοπήσει η Ελλάδα; Αν υπήρχε τέτοιο συμφέρον τότε δε θα μας έδιναν οικονομική βοήθεια και η χρεοκοπία μας θα ήταν σίγουρη, ενώ παράλληλα ρισκάρουν να χάσουν το ποσό της βοήθειας που διέθεσαν σε ενδεχόμενη πτώχευση στην παρούσα φάση. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι δεν ποντάρει καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές στην χρεοκοπία της Ελλάδος. Αυτό δε σημαίνει πως η Ελλάδα δε θα χρεοκοπήσει, αλλά ότι υπάρχει η θέληση να σωθεί. Σε ενδεχόμενη απόφαση να προχωρήσουμε σε πτώχευση, θα είχαμε βρεθεί αντιμέτωποι με έξοδο από την ΟΝΕ και πολλαπλή υποτίμηση του νομίσματος, αλλά και δυσπιστία από τις διεθνείς αγορές, αφού οι μέχρι τώρα δανειστές μας θα αντιλαμβάνονταν ότι δεν προσπαθούμε να διασφαλίσουμε την αποπληρωμή των κεφαλαίων τους. Είναι αλήθεια ότι αρκετοί είχαν επενδύσει στην χρεοκοπία της Ελλάδας γιατί φαινόταν πιθανή, και κάποιοι από αυτούς ήταν μέσα στους δανειστές της, στην προσπάθεια τους να αντισταθμίσουν τις απώλειες από την ενδεχόμενη χρεοκοπία της. Αλλά με την πάροδο του χρόνου και με τη διασφάλιση ότι η Ελλάδα θα έχει πόρους, μέσω του πακέτου στήριξης, η χρεοκοπία απομακρύνεται σαν ενδεχόμενο και αρχίζει η στήριξη της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας (επενδύσεις από τα Εμιράτα και Κίνα). Όσο η Ελλάδα είναι αξιόπιστη, η διαχείριση του χρέους διευκολύνεται, γιατί είναι σε θέση να δανείζεται με χαμηλότερα επιτόκια και οι δανειστές της αισθάνονται πιο ασφαλείς σχετικά με τη δυνατότητα της να αποπληρώσει το χρέος της, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι η μείωση των επιτοκίων θα λάβει χώρα άμεσα παρά το γεγονός ότι τα μέτρα θα φέρουν αποτέλεσμα μεσοπρόθεσμα, γιατί η ικανότητα μας να δανειζόμαστε εξαρτάται από την αντίληψη των αγορών για το αν θα είμαστε σε θέση να αποπληρώσουμε το χρέος μας στο μέλλον. Τα δημοσιεύματα που ανακυκλώνονται και η φημολογία που διασπείρεται για πτώχευση θα δημιουργηθεί αστάθεια στη ζώνη του ευρώ και να πέσει το ενιαίο νόμισμα έναντι του δολαρίου, κάτι που θα αυξήσει τις εξαγωγές των χωρών της ΟΝΕ οι οποίες έχουν πληγεί από την πολύ υψηλή ισοτιμία που έχει σαν αποτέλεσμα τα αμερικανικά προϊόντα να είναι πιο φτηνά στην Ευρώπη και τα ευρωπαϊκά πιο ακριβά στην Αμερική. Εξ ου και η κατηγορία από την ΕΕ και την Κίνα προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ότι ‘’παίζει το παιχνίδι του φθηνού δολαρίου’’, εξ ου και η ένταση μεταξύ του έλληνα πρωθυπουργού και της γερμανίδας καγκελάριου, η οποία θεωρήθηκε ότι εξυπηρετεί γερμανικά συμφέροντα εις βάρος της ελληνικής οικονομίας και της ευρωπαϊκής σταθερότητας.
Βρισκόμαστε σε μια άτυπη διαδικασία συνεχούς υποτίμησης του νομίσματος, και από τη στιγμή που δεν βγαίνουμε από τη ζώνη του ευρώ η υποτίμηση αυτή γίνεται μέσω περιορισμού της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, είτε άμεσα μέσω περικοπής επιδομάτων, μισθών και συντάξεων, επιφέροντας ταυτόχρονη μείωση δαπανών για το κράτος, είτε έμμεσα μέσω αύξησης της φορολογίας και του ΦΠΑ, επιφέροντας ταυτόχρονα αύξηση εσόδων. Το πόσο θα υποτιμηθεί το νόμισμα – θα περιοριστεί η αγοραστική μας δυνατότητα, είναι άμεση συνάρτηση της συμπεριφοράς μας σαν κράτος και σαν μονάδες ξεχωριστά. Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι η Ελλάδα είναι το σύνολο και όχι μόνο η κυβέρνηση, ενώ ο τρόπος που λειτουργεί ο καθένας από μας συμβάλει θετικά ή αρνητικά ανάλογα με τις επιλογές του. Δεν είναι αυτοσκοπός η αποπληρωμή του χρέους, αλλά το να διαμορφώσουμε μια νοοτροπία που θα μας επιφέρει ανάπτυξη και ευημερία για να εξασφαλίσουμε ότι δε θα είμαστε στην ίδια θέση στο μέλλον. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε αυτή τη στιγμή είναι εθνικό και έτσι πρέπει να αντιμετωπιστεί πρέπει ο καθένας να επωμιστεί ένα μέρος του προβλήματος ανάλογα με αυτό που μπορεί να αντέξει.
Πρέπει επίσης να αποσαφηνίσουμε τι είναι το έλλειμμα και το χρέος σαν φυσικά μεγέθη, πως αυτά αλληλοεξαρτώνται και τι επίδραση έχουν στην ελληνική οικονομία. Κάθε χρόνο η κυβέρνηση έχει έσοδα και δαπάνες, αν οι δαπάνες υπερβαίνουν τα έσοδα τότε δημιουργείται έλλειμμα και πρέπει να προχωρήσουμε σε δανεισμό. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείτε το χρέος το οποίο συσσωρεύεται με τα χρόνια κατά τα οποία λειτουργούσαμε σημειώνοντας έλλειμμα. Βλέπουμε λοιπόν ότι η σχέση των δύο μεγεθών είναι αμφίδρομη εφόσον το έλλειμμα σε ένα δεδομένο έτος αυξάνει το χρέος που έχει συσσωρευτεί, ενώ το συσσωρευμένο χρέος αυξάνει το έλλειμμα του τρέχοντος έτους αφού οι πληρωμές των τόκων μπαίνουν στον τρέχοντα προϋπολογισμό. Όταν μια χώρα δανείζεται από το εξωτερικό καταναλώνει περισσότερα από ότι παράγει. Στην Ελλάδα λοιπόν, οι Έλληνες πολίτες κατανάλωναν αγαθά με τα χρήματα που δανειζόταν η κυβέρνηση από το εξωτερικό και στο σύνολο της η Ελλάδα κατανάλωνε περισσότερο από ότι παρήγαγε. Αυτός είναι και ο λόγος που υπήρχαν οι αντιδράσεις των ξένων κρατών που κλήθηκαν να συνεισφέρουν για το πακέτο στήριξης της Ελλάδος, αφού έπρεπε να περιορίσουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών τους επειδή οι Έλληνες υιοθέτησαν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από αυτό που μπορούσαν να υποστηρίξουν. Το πρόβλημα που καλούμαστε να λύσουμε αυτή τη στιγμή είναι συσσωρευμένο πρόβλημα πολλών χρόνων, κατά τα οποία ,παρόλο που αναγνωρίζαμε την κατάσταση, την κρύβαμε κάτω από το χαλί, ενώ αντιδρούμε τώρα που ήρθε αναπόφευκτα η ώρα να την αντιμετωπίσουμε γιατί επωμιζόμαστε και το βάρος παλαιότερων γενεών, αλλά και γιατί θα πρέπει να ρίξουμε το βιοτικό μας επίπεδο στα επίπεδα παραγωγής πλούτου της χώρας, αλλά και χαμηλότερα ακόμα, για να μπορέσουμε να αποπληρώσουμε το χρέος.
Είναι σημαντικό να αποπληρώσουμε το χρέος έτσι ώστε να σταματήσουμε να διαθέτουμε πόρους της χώρας για την αποπληρωμή των όλο και αυξανόμενων τόκων. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούμε να διαθέσουμε περισσότερους πόρους για εσωτερική κατανάλωση. Η αποπληρωμή όμως του χρέους προϋποθέτει αρχικά τη μείωση του ελλείμματος, και ουσιαστικά την δημιουργία, σταδιακά, πλεονάσματος. Αν το πλεόνασμα υπερβεί τις πληρωμές των τόκων του χρέους το χρέος θα μειωθεί. Πρέπει επίσης να πούμε ότι σημαντικό δεν είναι το χρέος αυτό καθεαυτό, αλλά το χρέος αναλογικά με το ΑΕΠ και αυτό γιατί ανάλογα με το πόσο παράγει μια χώρα και τα έσοδα της, είναι και πιο εύκολο ή πιο δύσκολο να ξεχρεώσει. Το τρέχον πρόβλημα της Ελλάδος είναι ο συνδυασμός υψηλού χρέους, μεγάλου ελλείμματος και χαμηλής παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας. Το γεγονός αυτό καθιστά την Ελλάδα ανήμπορη να δανειστεί από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, παρά μόνο με πολύ υψηλά επιτόκια. Οι αγορές δεν έχουν συνωμοτήσει κατά της Ελλάδας, απλά αντανακλούν την οικονομική πραγματικότητα, προστατεύοντας παράλληλα και τα συμφέροντα όσων έχουν δανείσει τις αποταμιεύσεις τους σε μας. Οι μεταρρυθμίσεις – μνημόνιο, στις οποίες συμφώνησε η Ελλάδα με τους δανειστές της, είναι μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η ΕΕ και το ΔΝΤ ότι θα πάρουν τα χρήματα τους πίσω, ενώ υπάρχει τόσο στενή εποπτεία γιατί δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δώσει ψευδή στοιχεία για τη δημοσιονομική μας κατάσταση και δεν υπάρχει η απαιτούμενη εμπιστοσύνη. Το ΔΝΤ μας δάνεισε χρήματα με επιτόκιο πολύ χαμηλότερο από αυτό των αγορών και έθεσε τους όρους που διασφαλίζουν ότι θα τα πάρει πίσω. Η δαιμονοποίηση του γίνεται αφενός για να δείξει η κυβέρνηση ότι δεν είναι δική της βούληση τα νέα μέτρα, με σκοπό να μετριάσει το πολιτικό κόστος, και αφετέρου γιατί το συνδυάζουμε πάντα με δύσκολες οικονομικές συνθήκες και λιτότητα, αφού σε τέτοιες περιπτώσεις μόνο απευθυνόμαστε για βοήθεια. Οι μεταρρυθμίσεις στις οποίες συμφώνησε η Ελλάδα με τους δανειστές της έχουν σχετικά άμεσο ορίζοντα μέσα στον οποίο πρέπει να αποδώσουν αποτελέσματα και καμιά από αυτές δεν αφορά την παιδεία ή τη βασική έρευνα, δύο θεμέλιων λίθων της ανάπτυξης μιας χώρας, που τα αποτελέσματα τους φαίνονται σε βάθος χρόνου. Αυτό είναι φυσικό αφού η εκ βάθρων μακροχρόνια μεταρρύθμιση της ελληνικής οικονομίας δεν αποτελεί αρμοδιότητα της ΕΕ και του ΔΝΤ αλλά των ίδιων των Ελλήνων, και αυτό ενισχύει και την άποψη ότι το μνημόνιο είναι απλώς η διασφάλιση των δανειστών μας ότι θα πάρουν τα χρήματα τους.
Για να ανταπεξέλθουμε στην περίσταση οφείλουμε να βελτιώσουμε τα δημόσια οικονομικά και να ανεβάσουμε την παραγωγικότητα μας. Το μεγαλύτερο μέρος των μέτρων μέχρι στιγμής αποσκοπούν στην βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, αλλά θα πρέπει να υπάρξουν μέτρα που θα προωθούν την ανάπτυξη και την επιχειρηματικότητα. Πρέπει σαν κράτος να αποκτήσουμε στρατηγικό σχεδιασμό προώθησης τομέων όπου έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα, όπως η φιλοσοφία, η ιστορία, τα τουριστικά επαγγέλματα, η αρχαιολογία και η ναυσιπλοΐα και να τους εκμεταλλευτούμε. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να εξάγουμε γνώση δημιουργώντας ξενόγλωσσα τμήματα εκπαίδευσης, να αυξήσουμε τις καθαρές εξαγωγές ελληνικών προϊόντων, να εκμεταλλευτούμε την τεχνολογική ανισσοροπία που έχουμε με τις γείτονες χώρες για να εξάγουμε τεχνογνωσία, ενώ θα πρέπει να γίνουν κρατικές επιχορηγήσεις σε βασική έρευνα, για να βρουν επιχειρήσεις υπόβαθρο να επενδύσουν σε εφαρμοσμένη. Θα πρέπει το εκπαιδευτικό μας σύστημα να προσανατολίζει στην δημιουργικότητα, να προωθεί τις καινοτόμες ιδέες και την κριτική σκέψη, ενώ πρέπει να δίνει κίνητρα στους έλληνες επιστήμονες να μένουν στην Ελλάδα αντί να τους αποθαρρύνει.
Για την βελτίωση των δημόσιων οικονομικών χρειάζεται ο περιορισμός των δαπανών, αλλά και η αύξηση των εσόδων. Οι κυβερνητικές δαπάνες είναι συγκρίσιμες με το μέσο όρο της ΕΕ αλλά τα έσοδα βρίσκονται σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο λόγο φοροδιαφυγής. Εξαιτίας αυτής, η κυβέρνηση αδυνατεί να παρέχει κρατικές υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, ενώ το φορολογικό σύστημα παρουσιάζει ανισότητες ανάμεσα σε αυτούς που φοροδιαφεύγουν και σε αυτούς που πληρώνουν φόρους για όλους. Βασικός στόχος του φορολογικού συστήματος είναι η αναδιανομή του εισοδήματος από τους πλούσιους στους πιο φτωχούς, μέσω συλλογής υψηλότερων φόρων από τα μεγαλύτερα εισοδήματα και τη χρήση των εσόδων αυτών για την παροχή δημόσιων αγαθών που εξυπηρετούν εξίσου τους πλούσιους και τους φτωχούς. Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και το φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο έβαλε φόρους σε είδη πολυτελείας και αύξησε τους συντελεστές στα υψηλά εισοδήματα ενώ αύξησε και το αφορολόγητο όριο, ευνοώντας τα χαμηλά. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι με την έγκριση του προϋπολογισμού, το κράτος έχει ανάγκη από ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για να καλύψει τις δαπάνες του. Με το να φοροδιαφεύγουμε δεν γλιτώνουμε χρήματα γιατί το απαιτούμενο ποσό συνεχίζει να υπάρχει, απλά μετακυλύουμε το κόστος που θα είχαμε, πληρώνοντας τους φόρους μας, περιορίζοντας την αγοραστική μας δύναμης μέσω ενδεχόμενων περικοπών αλλά και αύξησης στις τιμές των προϊόντων. Πρέπει να καταλάβουμε ότι όλα λειτουργούν σαν αλυσίδα και αν το κράτος δεν έχει έσοδα από την φορολόγηση θα αναγκαστεί να τα βρει με άλλους τρόπους. Οπότε το μόνο που καταφέρνουμε είναι να κατανέμουμε το βάρος άνισα προς τους συνανθρώπους μας να υπονομεύουμε τις δημόσιες παροχές και να δυσχεραίνουμε τη θέση όλων.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει όταν δεν ζητάμε αποδείξεις για τα αγαθά που καταναλώνουμε. Στην τιμή που πληρώνουμε περιλαμβάνεται και φόρος ο οποίος πηγαίνει στο κράτος για την βελτίωση των παροχών του, αυτό σημαίνει ότι ο εκάστοτε επιχειρηματίας έκανε ανατίμηση στα αγαθά που παρέχει για να συμπεριλάβει και την αύξηση στο ΦΠΑ. Όταν δεν ζητάμε αποδείξεις πληρώνουμε υψηλότερες τιμές, χωρίς να βοηθάμε στην επίλυση του προβλήματος, και χωρίς ταυτόχρονα να υπάρχει ανταποδοτικότητα, αφού τα λεφτά δεν πάνε στο κράτος, για να μας τα επιστρέψει μέσω παροχών, αλλά στον επιχειρηματία. Το κράτος συνεχίζει να έχει έλλειμμα και έχουμε νέες ανατιμήσεις μέχρι να καλυφθεί. Η συλλογή αποδείξεων και η κατάθεση τους μαζί με τη φορολογική δήλωση δε θα είχε λόγο ύπαρξης, αν αναγνωρίζαμε την ανάγκη να τις ζητάμε χωρίς κίνητρο, ενώ θα είχαμε ταυτόχρονα χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές και αύξηση της ποιότητας των κρατικών παροχών. Πρέπει να καταλάβουμε ότι η καταβολή των φόρων, άμεσων και έμμεσων, δεν γίνεται για τιμωρία αλλά για την κάλυψη των δαπανών του κράτους και την μείωση του χρέους. Όταν αποφεύγουμε την καταβολή τους απλά προκαλούμε νέες ανατιμήσεις ενώ υπονομεύουμε τις δημόσιες παροχές. Η φοροδιαφυγή δε θα έπρεπε να εκλαμβάνεται ως χτύπημα κατά της κυβερνητικής εξουσίας αλλά ως χτύπημα κατά του κοινωνικού συνόλου και της κοινωνικής συνοχής. Πρακτικά λοιπόν χρειάζεται ένα σύστημα διασταύρωσης των αποδείξεων και των φορολογικών δηλώσεων το οποίο να λειτουργεί αυτόματα και να έχει εφαρμογή παντού, αλλά ουσιαστικά πρέπει ο πολίτης της χώρας να βιώσει την ανταποδοτικότητα των φόρων που πληρώνει σε παροχές και ποιοτικές κρατικές υπηρεσίες. Έτσι μόνο σταδιακά θα σημειώσει μια μεταστροφή στην νοοτροπία του και θα θεωρεί αυτονόητο ότι θα καταβάλει τους άμεσους και έμμεσους φόρους του. Στην παρούσα φάση όμως που το επίπεδο παροχών είναι τόσο χαμηλό και υπάρχει γενική ατιμωρησία, ο πολίτης δεν αισθάνεται την ανάγκη να συμβάλει στο κοινό συμφέρον. Είναι γενικά σκέψη ανώτερου επιπέδου να καταλάβουμε ότι το προσωπικό μας συμφέρον εξυπηρετείται καλύτερα μέσα από το κοινό συμφέρον, ειδικά σε τέτοιες περιστάσεις αυξημένης πολυπλοκότητας όπου οι επιπτώσεις των πράξεων μας δεν είναι μονοδιάστατες αλλά έχουν και παράπλευρες παρενέργειες που επιστρέφουν πίσω σε μας.
Για να έχουμε βελτίωση όμως των κρατικών παροχών και ανταποδοτικότητα του φορολογικού συστήματος προς τους πολίτες, πρέπει να καταπολεμηθεί η διαφθορά και παράλληλα να ανέβει η παραγωγικότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Η διαφθορά όμως είναι δύσκολο να αντιμετωπισθεί εφόσον ο πολίτης έχει βιώσει μακρές περιόδους αναξιοκρατίας και αδιαφάνειας, στις οποίες μάλιστα εμπλέκονταν και κυβερνητικά στελέχη, και επιπροσθέτως αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει γενική ατιμωρησία. Ο συνδυασμός των δύο έχει οδηγήσει στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος, η οποία αποτυπώθηκε και στα ποσοστά της αποχής των δημοτικών εκλογών, και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε εφόσον δεν υπάρχει η εμπιστοσύνη ότι μια κυβέρνηση μπορεί να φέρει τη λύση, δεν υπάρχει συναίνεση στις δύσκολες αποφάσεις που πρέπει να παρθούν και δεν προκύπτει κοινωνική συνοχή. Είναι σημαντικό λοιπόν η κυβέρνηση να καταφέρει έμπρακτα να αποδείξει στη συνείδηση του καθενός, ότι αποποιείται πρακτικές που λειτουργούν σε βάρος του μέσου πολίτη. Συγκεκριμένα απαιτείται η ίση αντιμετώπιση όλων απέναντι στη δικαιοσύνη, η θέσπιση πιο αυστηρών ποινών στις οποίες να εκπίπτουν όλοι, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης, αξιώματος, φύλου ή καταγωγής από τη στιγμή που είναι έλληνες πολίτες, ο εκμοντερνισμός των λογιστικών πρακτικών, η απλοποίηση του θεσμικού πλαισίου και θέσπιση απρόσωπων συναλλαγών όσον αφορά τις συναλλαγές κράτους πολιτών. Η τροποποίηση - κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών θεωρείται απαραίτητη.
Για την βελτίωση της παραγωγικότητας του δημοσίου, η Ελλάδα δε χρειάζεται να αυξήσει τις δαπάνες της, εφόσον ήδη οι δαπάνες της είναι στα επίπεδα των υπόλοιπων χωρών της ΕΕ. Αυτό που χρειάζεται είναι να δαπανώνται οι ίδιοι πόροι αλλά πιο αποτελεσματικά. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει κατά κύριο λόγο να καλυφθούν θέσεις στις οποίες αντιμετωπίζουμε έλλειψη προσωπικού με δυναμικό από πλεονάζοντες οργανισμούς. Οι εσωτερικές μετατάξεις στο δημόσιο μπορούν να επιφέρουν καλύτερη απόδοση, ενώ τα επιδόματα θα πρέπει να είναι σεβαστά, όχι όμως υπό τη μορφή πάγιας καταβολής αλλά ως επιβράβευση. Οι υπάλληλοι πρέπει να έχουν ως κίνητρο τις υψηλότερες αποδοχές και τις καλύτερες δυνατότητες προαγωγής για να ανεβάσουν την απόδοση τους, ειδικά σε περιβάλλον μονιμότητας όπως του ελληνικού δημοσίου. Όπως πρέπει να υπάρχει η επιβράβευση στους υπαλλήλους που είναι παραγωγικοί, με τον ίδιο τρόπο πρέπει να υπάρχουν και πρόστιμα σε αυτούς που δεν καταφέρνουν να εκτελέσουν ούτε τα βασικά τους καθήκοντα επί μονίμου βάσεως. Είναι δομικό στοιχείο της κοινωνίας ένα σύστημα που να παρέχει την ίδια ποιότητα περίθαλψης και εκπαίδευσης σε όλες τις εισοδηματικές ομάδες αναγνωρίζοντας την ανάγκη στήριξης των λιγότερο εύπορων. Σε περίπτωση που πετυχαίναμε κάτι τέτοιο θα αυξάναμε δραματικά την αγοραστική ικανότητα των μέσων και χαμηλών εισοδημάτων, εφόσον δε θα υπήρχε η ανάγκη, για επιτακτικά μέχρι τώρα, έξοδα όπως τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια και τα ιδιωτικά νοσοκομεία στα οποία αναλώνεται μεγάλο μέρος του ετήσιου εισοδήματος. Τα ολοήμερα σχολεία αλλά και η αύξηση των εφημερευόντων νοσοκομείων κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, όπως και η αξιολόγηση των ιδρυμάτων αυτών, αφού αναγνωρίζονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και μπορούμε να δώσουμε στοχευμένα βοήθεια σε αυτά που έχουν μεγαλύτερες ανάγκες, ώστε να τα φέρουμε στο ίδιο επίπεδο.
Σημαντικό είναι και το πρόβλημα βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος το οποίο έχει γίνει πολύ έντονο τα τελευταία χρόνια λόγω του συνδυασμού δύο δημογραφικών παραγόντων: το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται ενώ η πληθυσμιακή αύξηση μειώνεται. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα σε κάθε συνταξιούχο να αντιστοιχούν λιγότεροι εργαζόμενοι. Το σύστημα αφενός δεν ήταν κατάλληλα διαμορφωμένο ώστε να αντιμετωπίσει τη γήρανση του πληθυσμού και αφετέρου υπάρχουν ασφαλιστικά ταμεία με τεράστια ελλείμματα λόγο κακοδιαχείρισης και επισφαλών επενδύσεων τους, τα οποία επιδιώκεται να καλυφθούν μέσω συγχώνευσης τους με άλλα που είναι υγιή και πλεονασματικά. Είναι δίκαιο σε μια κοινωνία να έχουν όλοι το ίδιο δικαίωμα στην ασφάλιση και να μην υπάρχουν ασφαλιστικά ταμεία πολλών ταχυτήτων, από τη στιγμή όμως που και οι εισφορές των ασφαλισμένων θα είναι της ίδιας τάξης. Το ασφαλιστικό σύστημα το οποίο εφαρμοζόταν, προέβλεπε συντάξεις με συγκεκριμένα χρόνια δουλειάς, ενώ είχε υπολογιστεί η καταβολή σύνταξης για το μέσο χρόνο ζωής που ίσχυε την εποχή που ψηφίστηκε. Από τότε όμως, οι νέοι βγαίνουν στην αγορά εργασίας αργότερα, λόγω μεγαλύτερης βαρύτητας στις σπουδές, ενώ το προσδόκιμο ζωής έχει ανεβεί. Αυτό σημαίνει πως πληρώνουμε εισφορές λιγότερα χρόνια, για να παίρνουμε σύνταξη για περισσότερα. Για να μπορέσει αυτό το σύστημα να λειτουργήσει, χωρίς να δημιουργεί επιπρόσθετο έλλειμμα ήταν απαραίτητη η αναπροσαρμογή των ορίων. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι και το ασφαλιστικό το οποίο ψηφίστηκε, ενώ είναι κοινωνικά δίκαιο οι μεταβολές που έγιναν στις συντάξεις να είναι κλιμακωτές, με μικρές αυξήσεις στις χαμηλότερες και κλιμακωτή μείωση στις υψηλότερες συντάξεις (πάνω από 1400 και 4000 ευρώ). Αυτό που οφείλει να κάνει το κράτος είναι να θεσπίσει, και συνταγματικά ακόμα, ένα κατώτατο βιοτικό επίπεδο, το οποίο να εγγυάται μια αξιοπρεπή διαβίωση, και να το διασφαλίσει για όλους τους πολίτες της χώρας.
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική μεγέθυνση και ανάπτυξη όσο υπάρχουν επισφαλή χρέη, αλλά ο περιορισμός του χρέους δεν είναι αρκετός. Το κράτος πρέπει να παρέχει ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο το οποίο να προάγει τον ανταγωνισμό, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα. Πρέπει μικρές και νέες επιχειρήσεις να στηρίζονται, όπως πρέπει να δίνονται κίνητρα στις επιχειρήσεις αυτές να κάνουν συγχωνεύσεις και συμπράξεις έτσι ώστε να μειώνουν τα λειτουργικά τους έξοδα, να αυξάνουν τα κεφάλαια τους και να μπορέσουν να αντέξουν τον ανταγωνισμό. Είναι απαραίτητο να καταργηθούν οι ρυθμίσεις που απαγορεύουν την είσοδο σε πολλούς βιομηχανικούς κλάδους όπως και τα κλειστά επαγγέλματα πρέπει να απελευθερωθούν. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να πέσουν οι τιμές αφού θα μεγαλώσει ο ανταγωνισμός. Δεν είναι λογικό το ρυθμιστικό πλαίσιο να εμποδίζει την είσοδο στις επιχειρήσεις και να απελευθερώνεται μόνο η ικανότητα αύξησης των τιμών. Η μόνη λύση για να συνεχίσουν κάποια επαγγέλματα να είναι κλειστά είναι να μπει όριο στις τιμές από το κράτος, με σταθερό ποσοστό κέρδους επί του κόστους, ειδάλλως κλειστά επαγγέλματα μπορούν να θεσπίζουν συνολικά αυξημένες τιμές και ο καταναλωτής να υποχρεώνεται να τις πληρώνει. Μπορούν δηλαδή να λειτουργούν μονοπωλιακά. Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν με μονοπωλιακές πρακτικές πρέπει να διώκονται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού χωρίς διακρίσεις, ενώ πρέπει να επιδιώκεται η εφαρμογή της νομοθεσίας με διαφάνεια και συνέπεια.
Αναγκαίο κρίνεται επίσης να αναφερθούμε στην αύξηση του επιτρεπόμενου ορίου απολύσεων. Το συγκεκριμένο μέτρο ενέχει μεγάλο πολιτικό κόστος, και για αυτό το λόγο έρχεται στο προσκήνιο μόνο σε περιπτώσεις όπου η οικονομία αντιμετωπίζει δύσκολες συνθήκες, και βραχυπρόθεσμα, τα αποτελέσματα του μέτρου αυτού είναι αρνητικά για τους εργαζόμενους, αφού οι επιχειρήσεις, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στην μείωση της ζήτησης, οπότε και της παραγωγής, επιζητούν τρόπους να ελαττώσουν τα λειτουργικά τους έξοδα. Πράγματι μια επιχείρηση που δεν μπορεί να μειώσει δραστικά το εργατικό δυναμικό της σε περίοδο ύφεσης αντιμετωπίζει υψηλό κόστος και πιθανόν ακόμη και χρεοκοπία. Η διευκόλυνση των απολύσεων μπορεί να αποτρέψει τη χρεοκοπία και ως εκ τούτου να επιτρέψει τουλάχιστον σε κάποιους εργαζόμενους να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους. Το βασικότερο όμως είναι ότι η επιχείρηση θα είναι πιο πρόθυμη να προβεί σε αύξηση των προσλήψεων όταν γίνει κερδοφόρος διότι γνωρίζει ότι θα μπορέσει να μειώσει το εργατικό δυναμικό της σε περίοδο ύφεσης. Επιπροσθέτως ένα τέτοιο θεσμικό πλαίσιο θα δελεάσει επιχειρήσεις από το εξωτερικό ενώ δίνει κίνητρα σε νέους επιχειρηματίες. Επίσης η μείωση του κατώτατου μισθού για τους εργαζόμενους κάτω των 25 ετών, είναι ένα μέτρο που θα βοηθήσει τους νέους, που δεν έχουν επαγγελματική εμπειρία, αφού δίνει κίνητρο σε μια επιχείρηση να προσλάβει έναν απόφοιτο με χαμηλότερο κόστος προκειμένου να τον εκπαιδεύσει. Όπως είναι φυσικό όταν μια επιχείρηση δαπανά πόρους και χρόνο για να εκπαιδεύσει έναν εργαζόμενο δεν προτίθεται να τον απολύσει, οπότε και μετά το πέρας του ορίου ηλικίας ο εργαζόμενος δεν απειλείται να χάσει τη θέση εργασίας από κάποιον νεότερο. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι στην αγορά εργασίας μεγαλύτερη αξία έχει η προϋπηρεσία και μετά η εκπαίδευση. Ένα μορφωμένο εργατικό δυναμικό βοηθάει στην ανταγωνιστικότητα, αφού αυξάνει την παραγωγικότητα των υπαρχουσών επιχειρήσεων αλλά προσελκύει και νέες, ενώ είναι προαπαιτούμενο για την δημιουργία επιχειρήσεων σε δραστηριότητες υψηλής ανάπτυξης, όπως είναι οι προηγμένες τεχνολογίες. Πρέπει λοιπόν εθνικά να προσανατολιστούμε σε υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης, δίνοντας περισσότερες υποτροφίες, αλλά και θεωρώντας πλέον τις μεταπτυχιακές σπουδές ως βασικό αγαθό, καθιστώντας τες δωρεάν. Υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο για τον εργαζόμενο συνεπάγεται υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερη σπανιότητα, μεγαλύτερη εργασιακή ασφάλεια, αλλά και μεγαλύτερες απολαβές. Πρέπει σαν κράτος να δημιουργήσουμε τις συνθήκες και τα κίνητρα για τους έλληνες επιστήμονες αλλά και το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό για να μείνει στην Ελλάδα. Η αξιοποίηση τους είναι κρίσιμης σημασίας για την ανάπτυξη της χώρας.
Πρέπει επίσης να καταφέρουμε να εντάξουμε την παραοικονομία στην κανονική οικονομία έτσι ώστε να έχουμε μια πλήρη εικόνα των κεφαλαίων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα αλλά και να φορολογηθούν τα ποσά της μαύρης αγοράς. Αυτό θα αυξήσει τα έσοδα του κράτους ενώ θα ρίξει και τους φορολογικούς συντελεστές, θα αυξηθούν οι εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και θα ανεβάσουμε την παραγωγικότητα μας σαν χώρα. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να πολιτογραφήσουμε και τους μετανάστες τους οποίους θα έχουμε στη χώρα μας, έτσι ώστε μαζί με τα δικαιώματα που τους παραχωρούνται να αναλάβουν και υποχρεώσεις, ενώ θα θεωρήσουν μόνιμη βάση την Ελλάδα και θα σταματήσουν να φεύγουν χρήματα στο εξωτερικό.
Επιπλέον, αφού η Ελλάδα έχει επιλέξει να μην κάνει διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας, καλό θα ήταν, σε τέτοιες δύσκολες εποχές για τον ελληνικό λαό, η εκκλησία να βοηθήσει όπως μπορεί το κράτος, παραχωρώντας προσωρινά την επικαρπία από τα ενοίκια των ακινήτων της, στεγάζοντας και σιτίζοντας όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους, που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχιας, αλλά και στηρίζοντας τοπικά τις κοινωνίες. Η κυβέρνηση θα μπορούσε τέλος να αναλογιστεί το ενδεχόμενο να μειώσει το ΦΠΑ κατά μία μονάδα, για ψυχολογικούς κυρίως λόγους, αν κάτι τέτοιο φέρει ανάλογες μειώσεις και στις τιμές των προϊόντων. Η μείωση αυτή θα φέρει αύξηση των πωλήσεων, πολλαπλάσια της μείωσης του φόρου, κάτι που θα έχει σαν αποτέλεσμα και την αύξηση των εσόδων του κράτους.
Η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα είναι δύσκολη, αλλά αυτό συνεπάγεται ότι υπάρχει πολύ μεγάλο περιθώριο βελτίωσης.Υπάρχει εξαθλίωση, αλλά ακόμα και η αθλιότητα βγάζει ένα μεγαλείο όταν την αντιμετωπίζεις με υψηλό ηθικό και σθένος. Η μιζέρια, η οποία διαχέεται, δεν ενέχει απολύτως τίποτα. Η ύφεση και η κινδυνολογία, που επικρατούν, είναι συγκοινωνούντα δοχεία και αλλητοτροφοδοτούνται. Ο φόβος οδηγεί στην αδράνεια, αυτή με τη σειρά της σπρώχνει πιο βαθιά μέσα στην ύφεση και γεννά νέους φόβους. Πρέπει να δράσουμε για να βγούμε από αυτό το φαύλο κύκλο. Μαζί με τη μιζέρια, το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, σαν λαός, είναι η απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Έχει χαθεί η εμπιστοσύνη και μαζί με αυτή και η ελπίδα. Έτσι δε μπορεί να επιτευχθεί συναίνεση, ούτε και κοινωνική συνοχή. Είναι ζωτικής σημασίας η θέσπιση ενός κατώτερου βιοτικού επιπέδου, που θα εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση για όλους τους πολίτες σε αυτές τις περιόδους ανασφάλειας που διανύουμε, ενώ σταδιακά οφείλουν οι εκπρόσωποι του πολιτικού συστήματος να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του λαού, με έργα πια και όχι με λόγια. Είναι ζωτικής σημασίας επίσης, τα μέτρα που υιοθετούνται να έχουν ανταποδοτικότητα προς το λαό. Από την άλλη πρέπει ο καθένας ξεχωριστά να καταλάβει ότι είναι κομμάτι του ψηφιδωτού της Ελλάδας και οι πράξεις του είναι αυτές που καθορίζουν και την υπάρχουσα κατάσταση. Πρέπει να μετατρέψουμε τον σκεπτικισμό και την αμφισβήτηση σε δημιουργικότητα. Μπορούμε όλοι να δράσουμε με τρόπο που κάνει τη διαφορά και είναι προς όφελος όλων μας να το αποφασίσουμε.
Κομμάτια του κειμένου αυτού υποστηρίζονται και από άλλα άρθρα και μελέτες όπως: Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα: Μεταρρυθμίσεις και ευκαιρίες σε μια κρίσιμη συγκυρία,Δημήτρης Βαγιανός London School of Economics, CEPR και NBER, Νίκος Βέττας Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και CEPR, Κώστας Μεγήρ Yale University, University College London, IFS και CEPR
Είναι αλήθεια πλέον ότι έχουμε αλλάξει εποχή όσον αφορά τα πολιτικά δρώμενα. Η μεταβατική περίοδος από την πολιτική του μπαλκονιού στην πολιτική του εκσυγχρονισμού τελείωσε και πλέον βιώνουμε στην ουσία της την εποχή των μεταρρυθμίσεων. Αυτό σημαίνει ότι και οι εκπρόσωποι του πολιτικού μας συστήματος οφείλουν να προσαρμοστούν στις καινούριες συνθήκες ή θα ξεπεραστούν. Είναι η εξελικτική θεωρία που το επιτάσσει. Πρέπει λοιπόν το πολιτικό σύστημα της χώρας να αποτινάξει από πάνω του όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το καθιστούσαν αναποτελεσματικό, αναξιόπιστο και απεχθές για τη μεγάλη πλειοψηφία. Οφείλουμε να επιστρέψουμε σε εποχές που οι πολίτες βάσιζαν τις ελπίδες τους στην πολιτική και όχι στους πολιτικούς γνωστούς. Τότε που ψήφιζαν με χαρά, χωρίς πονηριά και υστεροβουλία σε αμιγώς προσωπικό επίπεδο.
Υπαίτιοι για την κατάσταση αυτή είναι όλοι οι πολίτες της χώρας, αλλά δε μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι κάποιοι έχουν μεγαλύτερο κομμάτι ευθύνης από άλλους. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι, εκλεγμένοι από τη βάση, ήταν περισσότερο προσκολλημένοι στην άνοδο και παραμονή τους στην εξουσία παρά στην άσκηση αυτής. Και αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη παθογένεια του πολιτικού συστήματος. Ο τρόπος εκλογής των εκπροσώπων είναι τύπου δημοκρατικός αλλά κατ’ ουσία ολιγαρχικός. Είναι οι λίγοι – άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο ικανοί, άλλοι ανίκανοι – οι οποίοι αποφασίζουν να κάνουν μια σύμπραξη, να χρησιμοποιήσουν τη σφαίρα επιρροής τους προς όφελος των συμφερόντων της ομάδας και των μελών της και με αυτό τον τρόπο να κερδίσουν την ισχύ εν τη ενώση. Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται όλο και μεγαλύτερες δομές οι οποίες προωθούν τα συμφέροντα τους μέσω προσώπων, δημιουργούνται πρόσκαιρες συνεργασίες των δομών αυτών δημιουργώντας υπερομάδες και τελικά προωθούνται άτομα στην εξουσία που πρέπει μόλις εκλεγούν να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των μελών όλων των υποομάδων, που τους δεσμεύουν, αν επιθυμούν να κρατήσουν τους υπάρχοντες συσχετισμούς και να παραμείνουν στην εξουσία. Αυτό το σύστημα δεν κοιτάει ικανότητες, πολιτική αντίληψη, στρατηγική, ιδεολογικές πεποιθήσεις. Το μόνο που προωθεί είναι οι δημόσιες σχέσεις και οι διαχειριστικές δεξιότητες προσώπων να μπορούν να ηγηθούν μιας πυραμίδας υποκείμενη σε μια άλλη μεγαλύτερη. Και όσο πιο ψηλά στην ιεραρχία φτάνει κάποιος τόσο περισσότερες δεσμεύσεις έχει. Με αυτό τον τρόπο χάνεται η αξιοκρατία, αλλά το κυριότερο, χάνεται η αξία κάποιων ανθρώπων που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στο γενικότερο καλό, αποθαρρυμένοι από την ελαττωματική κατάσταση στην οποία θα πρέπει να αναμειχθούν. Δεν πρέπει να αφήσουμε την πολιτική να καταλήξει σε τέχνη της διαχείρισης και της διοίκησης. Τροφοδοτούμε ένα σύστημα το οποίο παραπέμπει στον τρόπο λειτουργίας των αδελφοτήτων και της μαφίας. Πρέπει να στηρίξουμε ένα νέο οικοδόμημα το οποίο να μπορεί να στηρίξει με τη σειρά του το κοινό συμφέρον στις πλάτες του.
Οι παλιάς κοπής πολιτικοί – περισσότερο πολιτικάντιδες πάρα πολιτικοί – δίνουν εντολές και ανακινούν τα δημόσια πράγματα, ενώ κυριαρχούνται από τα υπέρ και τα κατά της εκλογικής τους βάσης μέσα σε μια όλο και πιο πολύ γενικευμένη αδιαφορία. Οι μικροσυμβιβασμοί καταλαμβάνουν τη σκηνή και τους διαδρόμους. Οι διαφορές της αντιπολίτευσης παραμένουν φοβισμένες και θεμελιακά κομφορμιστικές. Εξωραΐζουν το παρελθόν ως πηγή νοσταλγίας αντί να αντλούν από αυτό. Ακόμα και οι περιθωριακοί αργά ή γρήγορα θα ενταχθούν στο κείμενο. Οι κυβερνώντες είναι κυβερνώμενοι.
Χωρίς καμιά αμφιβολία η δημοκρατία, ως κοινωνικοπολιτικό σύστημα αποφάσεων, έχει νικήσει τις δικτατορίες της δεξιάς και της αριστεράς. Πρέπει να την υπερασπιζόμαστε, πρέπει να της δώσουμε μεγαλύτερη διαφάνεια, χωρίς να στρουθοκαμηλίζουμε ως προς τις ατέλειες, τα σκάνδαλα και τις σκιές της. Συνιστά κίνημα σε βάθος∙ πολύ περισσότερο ένα περιεχόμενο, παρά μια μορφή. Έστω και άνιση, έστω και ενέχουσα την κυριαρχία διαφόρων ολιγαρχιών, στοχεύει σε μια ισότητα. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό.
Έχουμε πέσει σε ένα φαύλο κύκλο, σαν αυτό ενός αδιάφορου καθηγητή με τους φοιτητές. Ο καθηγητής είναι αδιάφορος και δεν κάνει μάθημα, αλλά οι φοιτητές παίρνουν καλούς βαθμούς οπότε δεν κάνουν κάτι για να το αλλάξουν. Η αλλαγή φάσης δε μπορεί να γίνει ενδογενώς αν δεν συνειδητοποιηθούν οι φοιτητές, αλλά εξωγενώς – από μια εξωτερική αξιολόγηση – αφού η δυσλειτουργία επηρεάζει και το υπερσύνολο. Και σε αυτή τη φάση βρισκόμαστε τώρα, στην εξωτερική αξιολόγηση. Αλλά το πρόβλημα δε θα λυθεί οριστικά αν δεν καταφέρουμε να αλλάξουμε νοοτροπία από μέσα. Πρόσκαιρα θα αντιμετωπιστεί αλλά θα το περιμένουμε να ανακύψει πάλι με την πρώτη ευκαιρία. Οι περισσότεροι πολίτες έχουν ποντάρει στη μία ή την άλλη ομάδα και βρίσκονται σε αναμονή να έρθει ο καιρός της για να μπορέσουν να εξυπηρετήσουν το ιδίων συμφέρον τους. Έχουν αποδεχθεί τη λογική με την οποία λειτουργεί το σύστημα και παίζουν με τους κανόνες του, χωρίς να προσπαθούν να το αλλάξουν. Με αυτό τον τρόπο τροφοδοτείται ο φαύλος αυτός κύκλος και γιγαντώνεται η παθογένεια, αφού οι πολιτικοί εκπρόσωποι ορίζουν σε μεγάλο βαθμό το σύστημα, το οποίο με τη σειρά του τους στηρίζει.
Εδώ είναι όμως που η ομοιοπαθητική φέρνει αποτελέσματα. Φτάσαμε σε τέτοια επίπεδα διαφθοράς, που από ανάγκη πλέον, ενεργοποιήθηκαν τα αντανακλαστικά μας. Πλέον υπάρχει απέχθεια προς το πολιτικό σύστημα και ανάγκη να εγκαταλειφθεί, ακόμα και τα πολιτικά πρόσωπα που δεν πήραν έμπρακτα μέρος στην κατρακύλα δυσκολεύονται να σταθούν, όλοι κρίνονται και μάλλον αυστηρά. Είναι η αναγκαία μετάβαση στη νέα εποχή με την οποία θα πρέπει όλα τα πολιτικά πρόσωπα να εναρμονιστούν αν θέλουν να επιβιώσουν. Είναι ο καιρός για διορθωτικές κινήσεις, και οι οποίες αντιδράσεις είναι αντανακλάστικές οδηγούμενες από το θυμικό, αφού όλοι γνωρίζουν πως χρειάζεται αλλαγή. Αν οι μεταρρυθμίσεις περνούσαν άκοπα τότε θα ήταν ανούσιες αφού δε θα ξεβόλευαν όσους είχαν βολευτεί, αν οι θυσίες που γίνονται τώρα δεν είναι ανταποδοτικές και δεν βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα, θα είναι το τέλος της δημοκρατίας. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο ανισσοροπίας και οι συνθήκες αυτές είναι ιδανικές για μεγάλη πρόοδο. Βρισκόμαστε στο ρου όπου μπορούμε να αφήσουμε το στίγμα μας και να αλλάξουμε την ιστορία αρκεί να δράσουμε σε βάθος. Να κάνουμε τομές που θα αφορούν τόσο τα διαχειριστικά αλλά θα επενδύσουν και στην ενδυνάμωση της παιδείας, της συνείδησης και της κρίσης των πολιτών. Ποια είναι όμως η διαδικασία αυτή, η οποία θα προωθήσει όσους έχουν προσανατολισμό στην παραγωγή σκέψης, έργου και πολιτικής αντί αυτών που βασίζονται σε διαχειριστικές σχέσεις ανταλλαγής; Αυτό είναι το αίνιγμα της νέας εποχής και οφείλουμε να το λύσουμε.
Αρχικά σκοπός μας είναι να διακρίνουμε ποιος είναι ο στόχος του εκπαιδευτικού συστήματος σε κάθε βαθμίδα, και έπειτα να κάνουμε τις κατάλληλες ενέργειες, έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε ότι εξυπηρετεί το στόχο αυτό η κάθε βαθμίδα ξεχωριστά. Για το λόγο αυτό θα ξεκινήσουμε από τη βασική – υποχρεωτική (πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια) εκπαίδευση και θα περάσουμε στην τριτοβάθμια, στις μεταπτυχιακές και τις διδακτορικές σπουδές.
Πρωτοβάθμια – Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να έχει ως στόχο την κατάρτιση στα βασικά πεδία γνώσεων, να βάζει βάσεις για την ανάπτυξη κριτικής ικανότητας στους μαθητές και τέλος να τους μαθαίνει με πιο τρόπο πρέπει να διαβάζουν έτσι ώστε να είναι αποδοτικοί και να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες τους σε ολόκληρο το φάσμα τους. Είναι πολύ βασικό πέρα από τα μαθηματικά, τη γλώσσα, την ιστορία, τη γεωγραφία, τη γνωριμία με τη φύση και τον κόσμο γύρω τους, οι μαθητές να μάθουν πώς να διαβάζουν, την αξία του σωστού διαβάσματος, αλλά το βασικότερο πως θα ξεκινήσουν να σκέφτονται. Οι αλλαγές λοιπόν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι στο περιεχόμενο ή την ύλη των διδασκόμενων μαθημάτων αλλά στις παιδαγωγικές μεθόδους και στα βιβλία που τις υποστηρίζουν για την δημιουργία πιο αποτελεσματικών μαθητών που θα στοχεύουν στην ουσία. Σε αυτή την κατεύθυνση βοηθάει πολύ και η θεσμοθέτηση των ολοήμερων σχολείων όπου με την καθοδήγηση των δασκάλων θα μπορούν τα παιδιά να μάθουν να μελετάνε, αλλά και να ασχολούνται με δημιουργικά πράγματα – της αρεσκείας τους – πέρα των μαθημάτων, στον ελεύθερο χρόνο τους.
Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση πρέπει να έχει σαν στόχο αρχικά την εμβάθυνση των αντικειμένων με τα οποία ασχολήθηκε η πρωτοβάθμια εκπαίδευση, να δείξει για ποιο λόγο ισχύουν αυτά που έχουν ήδη διδαχτεί, πού αποσκοπούν και πού χρησιμεύουν. Πρέπει μέσα από την εξέλιξη των μαθητών τα μαθήματα να δικαιολογούν την παρουσία τους στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Οι ερωτήσεις κρίσης και οι συνδυαστικές εργασίες και ασκήσεις θα αναδείξουν το ενιαίο των διαφορετικών μαθημάτων, την αναγκαιότητα όλων αλλά και τη συμβολή τους στη διαπαιδαγώγηση του μαθητή. Πρέπει επίσης η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ως συμπληρωματική της πρωτοβάθμιας, να παράσχει όλα τα εφόδια που θα χρειαστεί κάποιος για να ανταπεξέλθει στην μετέπειτα ζωή του, ακόμα και αν δεν επιθυμεί να περάσει σε ανώτερες σπουδές. Που σημαίνει ότι θα πρέπει να προσφέρει σφαιρική – και όχι εξειδικευμένη – ενημέρωση σε όλα τα αντικείμενα τα οποία πραγματεύεται ήδη η βασική υποχρεωτική εκπαίδευση, αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να οπλίζει και με τις απαιτούμενες γνώσεις τους μαθητές για την περίπτωση που θέλουν να ασχοληθούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες, να ανοίξουν δικές τους επιχειρήσεις, θέλουν να εργαστούν σαν ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, σαν γραμματειακή υποστήριξη ή παρόμοιου τύπου εργασίες όπου δεν απαιτείται πτυχίο ανώτερων σπουδών.
Για να επιτευχθεί όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει να εισαχθεί ένα μάθημα για την λειτουργία της αγοράς, των ΜΜΕ, την διοίκηση, το marketing, βασικές οικονομικές αρχές, πράγματα τα οποία οφείλει να γνωρίζει κάποιος που εντάσσεται στο κοινωνικό σύνολο όχι μόνο για την εξασφάλιση πόρων, αλλά κυρίως για τη θωράκιση του (ας σημειώσουμε πως η πλειοψηφία δαπανά μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου της μπροστά από την τηλεόραση, βομβαρδιζόμενη από μηνύματα χωρίς να έχει μάθει να τα κρίνει ή να τα διαχειρίζεται). Πρέπει επίσης να γίνουν ουσιαστικές οι γνώσεις που παρέχονται πάνω στους υπολογιστές τη στιγμή που ζούμε στην εποχή της πληροφορίας, σε τέτοιο βαθμό που όλοι βγαίνοντας από την δευτεροβάθμια εκπαίδευση – και νωρίτερα – να μπορούν να χειριστούν τον υπολογιστή επαρκώς στις βασικές του λειτουργίες (να μπορούν να γράφουν εργασίες, να κάνουν παρουσιάσεις, πλοήγηση στο διαδίκτυο, διαχείριση του ηλεκτρονικού τους ταχυδρομείου, δημιουργία απλών αρχείων excel και access, όπως και να κάνουν format, εγκατάσταση και απεγκατάσταση προγραμμάτων). Πρέπει επίσης τα μαθήματα ξένων γλωσσών να είναι στοχευμένα και ουσιαστικά έτσι ώστε ο μαθητής με το απολυτήριο λυκείου να έχει γνώσεις επιπέδου proficiency στα αγγλικά, και βασικές γνώσεις στη δεύτερη γλώσσα που θα επιλέξει (γερμανικά, γαλλικά ή ισπανικά). Θα μπορούσε το σχολείο σαν θεσμικό όργανο να παραπέμπει και σε εξετάσεις πιστοποίησης των εν λόγω γνώσεων μέσω των αρμόδιων φορέων αντικαθιστώντας – εν μέρει τουλάχιστον – τα ξενόγλωσσα φροντιστήρια εφόσον πλέον η καλή γνώση δύο ξένων γλωσσών θεωρείται βασική και προαπαιτούμενη στην αγορά εργασίας. Τέλος είναι πολύ βασικό για κάποιον βγαίνοντας από την δευτεροβάθμια εκπαίδευση να γνωρίζει για τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, τον τρόπο λήψης αποφάσεων, αλλά και τη βαρύτητα των δικών του αποφάσεων έτσι ώστε να ενταχτεί πλέον στο κοινωνικό σύνολο. Η έμφαση και εμβάθυνση των αντικειμένων που προαναφέρθηκαν δεν είναι αποτρεπτική για το φόρτο εργασίας ενός μαθητή από τη στιγμή που μπορεί να αντικαταστήσει τις εξειδικευμένες γνώσεις που παρέχονται στις κατευθύνσεις, που αναγκάζεται κανείς να ακολουθήσει προς το παρόν στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Πράγμα που δεν πρέπει να συνεχιστεί.
Πρέπει να εισαχθούν περισσότερα πειράματα στον τρόπο διδασκαλίας όσων μαθημάτων το απαιτούν και είναι εφικτό, ενώ θα έπρεπε όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες διδασκαλίας να γίνονται στις αίθουσες των εργαστηρίων, έτσι ώστε να μπορούν οι μαθητές παράλληλα με την θεωρία να βλέπουν και πρακτικές εφαρμογές. Είναι σημαντικό και εδώ να βλέπουμε εφαρμογές του ενός μαθήματος στο άλλο έτσι ώστε να γίνεται αντιληπτή η ενοποίηση των μαθημάτων και η χρησιμότητα τους. Το ολοήμερο σχολείο έχει ήδη βάλει σε μια νοοτροπία τους μαθητές οι οποίοι μπορούν πλέον να χρησιμοποιήσουν τη βιβλιοθήκη – αναγνωστήριο του σχολείου με μικρότερη καθοδήγηση για να κάνουν τα μαθήματα τους.
Πρέπει επίσης, παράλληλα, κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, συμπληρωματικά και όχι σε ώρες μαθημάτων – για να μην θεωρηθεί ώρα ξεκούρασης – να δίνονται μια σειρά από σεμινάρια με θέματα όπως η κυκλοφορική, περιβαλλοντική, φυσική αγωγή, υγιεινή, υγεία –κάπνισμα, αλκοόλ – και άλλα θέματα στο ίδιο πλαίσιο, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Σε παρόμοιο πλαίσιο θα είναι καλό οι μαθητές να κάνουν ομάδες και να ασχολούνται με γενικούς προβληματισμούς – προβλήματα τα οποία δεν έχουν ήδη επιλυθεί έτσι ώστε να μάθουν να παράγουν πρωτογενή σκέψη (think-tank).
Οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι ένας θεσμός ο οποίος πρέπει να διατηρηθεί για να υπάρχει κύρος και ουσία στο απολυτήριο του λυκείου (ενιαίου ή τεχνικού). Πρέπει με το απολυτήριο αυτό να πιστοποιείται ότι ο απόφοιτος έχει ένα βασικό επίπεδο γνώσεων οπότε δε μπορεί να δίνεται με ενδοσχολικές εξετάσεις. Παρόλα αυτά οι πανελλαδικές εξετάσεις δεν πρέπει να είναι εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση εφόσον σκοπός του λυκείου δεν είναι η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο αλλά έχει διαφορετικό ρόλο όπως παρατηρήσαμε πιο πάνω. Οι πανελλαδικές εξετάσεις δεν πρέπει να είναι απαιτητικές σε λεπτομέρειες αλλά να έχουν συνδυαστικές ερωτήσεις κρίσεως στις οποίες να ζητούνται βασικές μέθοδοι σκέψης, έννοιες και γνώσεις οι οποίες αποκομίστηκαν από το σύνολο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Σύστημα Εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει αρχικά το σύστημα να δείχνει τάσεις και κατευθύνσεις στους νέους ανάλογα με τις κλίσεις τους, ανάλογα με τις απαιτήσεις των αντικειμένων αλλά και ανάλογα με τις απαιτήσεις της αγοράς έτσι ώστε ο νέος να είναι πλήρως ενημερωμένος για τις επιλογές που θα κάνει, τι δυσκολίες θα αντιμετωπίσει στη σχολή που θα επιλέξει να ακολουθήσει, αν τελικά επιλέξει την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Για το λόγο αυτό πρέπει να θεσπιστεί ένας φορέας (εάν όχι το ίδιο το λύκειο) όπου ο νέος θα κάνει κάποια τεστ δεξιοτεχνίας, ικανοτήτων, κλίσης – μέσω ερωτηματολογίων, σχημάτων, αντιστοίχισης κλπ – σχεδιασμένα από ειδικούς όπου θα φανερώνουν τους δυνατούς τομείς αλλά και τις αδυναμίες των νέων, όπως και θα μπορούν να προτείνουν τομείς ενασχόλησης. Τέτοια τεστ γίνονται ακόμα και τώρα από ιδιωτικές εταιρίες υπό την επίβλεψη ψυχολόγων. Επιπρόσθετα θα γίνεται ουσιαστικός επαγγελματικός προσανατολισμός με το αντικείμενο της κάθε σχολής, τι πραγματεύεται και τι δυνατότητες προσφέρει. Έτσι θα μπορεί ο νέος, με τη βοήθεια ενός σύμβουλου καθηγητή, να αποφασίσει βάση των επιθυμιών, ικανοτήτων, δυνατοτήτων και ευκαιριών για το ποιες σπουδές θέλει να ακολουθήσει. Αφού τελειώσει με αυτό το στάδιο έχει διαλέξει τομέα και αντικείμενο (ουσιαστικά ποιο τμήμα τον ενδιαφέρει) και διαλέγει τα απαιτούμενα εισαγωγικά μαθήματα που θα παρακολουθήσει, τα οποία γίνονται στα πλαίσια του φορέα που θα ιδρυθεί (αν δεν περάσουν στο λύκειο).
Τα εισαγωγικά μαθήματα ποικίλουν και εξαρτώνται από το αντικείμενο του κάθε τμήματος. Οι υποψήφιοι φοιτητές εξετάζονται στα μαθήματα αυτά στο τέλος της χρονιάς και με τα αποτελέσματα αυτά αλλά και με συστατικές από τους καθηγητές κάνουν αιτήσεις στα πανεπιστήμια που επιθυμούν να ενταχθούν. Τα πανεπιστήμια επιλέγουν κυρίως βάση των βαθμών στα μαθήματα, αλλά μπορεί να λάβουν υπ’ όψιν τους και τις συστατικές σε μικρές διαφορές μεταξύ υποψηφίων ενώ καλούν και σε προσωπική συνέντευξη για την αποδοχή ή όχι του υποψήφιου φοιτητή. Ο νέος μπορεί να προσπαθήσει όσες φορές επιθυμεί να μπει σε όποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα επιθυμεί. Οι εξετάσεις πρέπει και αυτές να γίνονται με αδιάβλητο τρόπο, οι εξεταστές και διορθωτές να μη γνωρίζουν τους εξεταζόμενους και να είναι ίδιας δυσκολίας, εάν όχι ίδια, τα θέματα για όλους τους υποψήφιους για ομότιμα τμήματα.
Ουσιαστικά η προετοιμασία και οι εξετάσεις διαρκούν λιγότερο από ένα χρόνο, οι υποψήφιοι μετράνε τις δυνάμεις τους βλέποντας τις επιδόσεις των υπολοίπων υποψηφίων και μπορούν να κάνουν πιο στοχευμένα τις αιτήσεις τους. Συνυπολογίζουν τις επιθυμίες τους, τις δυνατότητες τους, τους βαθμούς τους σχετικά με τους υπόλοιπους, τα κριτήρια της κάθε σχολής επιλέγουν τη σχολή της αρεσκείας τους. Με αυτό τον τρόπο αρχικά περιορίζονται – αν όχι αποκλείονται – οι μεταγραφές, αφού οι υποψήφιοι έχουν κάνει αίτηση σε συγκεκριμένα ιδρύματα και έχουν επιλεγεί από αυτά, ενώ μεταγραφές ίσως να επιτραπούν σε περίπτωση που προκύψουν λόγοι κατά τη διάρκεια της φοίτησης. Επίσης περιορίζεται η παραπαιδεία, αν συνυπολογίσει κανείς και τη συνεισφορά των ολοήμερων σχολείων, γιατί με αυτό τον τρόπο ακόμα και να θεωρεί κάποιος ότι έχει την ανάγκη να πάει σε βοηθητικά μαθήματα, ακόμα και αν βρει το χρόνο, θα το κάνει για λιγότερο από ένα χρόνο. Εδώ ας παρατηρήσουμε ότι έχουμε περισσότερα μαθήματα, τα οποία επιλέγονται από μικρότερα ακροατήρια, έτσι έχουμε καλύτερη ποιότητα μαθήματος, μεγαλύτερη απορρόφηση εκπαιδευτικών, και οι υποψήφιοι δίνουν απολύτως σχετικά μαθήματα με το αντικείμενο που θα ασχοληθούν στο πανεπιστήμιο. Φυσικά στο πανεπιστήμιο μπαίνουν έχοντας κάνει τα εισαγωγικά μαθήματα οπότε μειώνεται και η διάρκεια των σπουδών κατά ένα χρόνο, το χρόνο που έχασε ο υποψήφιος για την επιλογή, την προετοιμασία και τις εισαγωγικές εξετάσεις.
Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να παρέχονται πιο εξειδικευμένες γνώσεις, και τα ιδρύματα πρέπει να παρέχουν υψηλού επιπέδου ποιότητα σπουδών– τουλάχιστον μέχρι να ανοίξει η αγορά, οπότε και δε θα είναι δυνατή η διασφάλιση του επιπέδου των σπουδών αλλά η κατηγοριοποίηση του – ενώ θα πρέπει ο συνολικός αριθμός των εισακτέων ενός αντικειμένου να συναντά κατά κάποιο τρόπο και τις ανάγκες της αγοράς αναφορικά με το αντικείμενο αυτό – και αυτό φυσικά μέχρι να ανοίξει η αγορά, οπότε και δε θα μπορούμε να ασκούμε έλεγχο, παρά μόνο ο ανταγωνισμός θα μπορεί να φέρει ισορροπίες – έτσι ώστε να επιτύχουμε και μείωση της ανεργίας σε κορεσμένους τομείς, αφήνοντας πάντα περιθώριο για όσους θέλουν να ασχοληθούν με την έρευνα – όπου και δεν υπάρχει θέμα ανταποδοτικότητας σε σχέση με την αγορά αφού οι ερευνητές μπορούν να δρουν παράλληλα με αυτή.
Η αξιολόγηση πρέπει επιτέλους να έρθει κάποια στιγμή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Να γίνει μια πλήρης καταγραφή υποδομών, υλικών, αναγκών κάθε τμήματος, να αξιολογηθούν τα συγγράμματα, το πρόγραμμα σπουδών, η ποιότητα του μαθήματος και οι καθηγητές από εξωτερικούς αλλά και εσωτερικούς παρατηρητές, και να εντοπιστούν τα προβλήματα του κάθε τμήματος ξεχωριστά. Πρέπει να διατεθούν μεγαλύτερα κονδύλια στα ιδρύματα που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από οικονομική στήριξη, να ασκηθεί μεγαλύτερος έλεγχος και καθοδήγηση στα τμήματα που παρουσιάζουν περισσότερα προβλήματα διοικητικής φύσης. Να δοθούν κίνητρα στους καθηγητές για να κάνουν έρευνα, αλλά να υπάρχουν και εκθέσεις φοιτητών αλλά και εξωτερικών παρατηρητών για την μεταδοτικότητα τους που θα λαμβάνονται υπ’ όψιν στις κρίσεις τους. Πρέπει να φέρουμε όλα τα ιδρύματα σε μια ισορροπία, για να μην έχουμε αποφοίτους πολλών ταχυτήτων – γιατί τότε θα έπρεπε να έχουμε και επαγγελματικά δικαιώματα πολλών ταχυτήτων – και από εκεί να τα αναπτύξουμε ομόρροπα, να τα κάνουμε ανταγωνιστικά με τα καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, και έτσι όταν ανοίξει η αγορά, η δημόσια εκπαίδευση δε θα κινδυνεύσει να εξαφανιστεί ενώ δε θα έχουμε και κοινωνικές ανισότητες στις ευκαιρίες στην εκπαίδευση. Αν φτάσουμε τελικά στην κατηγοριοποίηση των πανεπιστημίων θα πρέπει τα δημόσια πανεπιστήμια να είναι στην πρώτη βαθμίδα και να κρατηθούν εκεί.
Αυτό βέβαια για να επιτευχθεί πρέπει να υπάρχει ενιαία εθνική στρατηγική για την εκπαίδευση, και δεν πρέπει η κάθε κυβέρνηση ανάλογα με τις σκοπιμότητες της να υποβαθμίζει ή να αναβαθμίζει τα δημόσια πανεπιστήμια. Για αυτό το λόγο πρέπει να αφήσουμε στα ιδρύματα την δυνατότητα να αυτοχρηματοδοτούνται από εναλλακτικούς πόρους. Πρέπει να μπορούνε να αξιοποιήσουνε την έρευνα που παράγουν, αφού θεσπιστεί μια επιτροπή δεοντολογίας που θα εξασφαλίζει ότι η έρευνα αυτή είναι αντικειμενική και δεν καθοδηγείται. Επίσης πρέπει να θεσπιστούν ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών (προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών) τα οποία θα μπορούν να παρακολουθούν ξένοι φοιτητές επί πληρωμή, προγράμματα τηλε-εκπαίδευσης με συνδρομητές ανά τον κόσμο, ή ακόμα και βιντεοσκοπημένα μαθήματα που θα ανεβαίνουν στο site του πανεπιστημίου, να τα παρακολουθούν όσοι θέλουν να γίνουν συνδρομητές – ελεύθερα για τους φοιτητές – (βλ. MIT open courseware).
Σημαντικό είναι επίσης να ενθαρρύνονται οι επιχειρήσεις να δέχονται φοιτητές για πρακτική άσκηση, με κάποιες φοροαπαλλαγές ή μείωση εισφορών ενδεχομένως, έτσι ώστε να μπορούν οι φοιτητές να αποκτούν πρακτικές γνώσεις πάνω στο αντικείμενο τους και να περνάνε από τη θεωρία και την πράξη του εργαστηρίου, στις πραγματικές συνθήκες δουλειάς και τις πραγματικές απαιτήσεις. Με αυτό τον τρόπο και οι εταιρίες γνωρίζουν ενδεχόμενους μελλοντικούς εργαζόμενους, αφού δεν αποκλείεται να μείνουν ευχαριστημένοι από την απόδοση των φοιτητών και να αποφασίσουν να επενδύσουν πάνω τους έτσι ώστε να έχουν καταρτισμένους εργαζόμενους με το που θα πάρουν το πτυχίο τους.
Και σε αυτή τη βαθμίδα της εκπαίδευσης χρειάζεται να έχουμε συνδυαστικά θέματα κρίσεως και εναλλακτικούς τρόπους εξέτασης για κατανόηση σε μεγαλύτερο βάθος του αντικειμένου, κάτι που απαιτεί ασφαλώς τον περιορισμό των μαθημάτων ανά εξάμηνο. Δεν είναι δυνατόν ο φοιτητής να μπορέσει να μελετήσει σε βάθος, μέσα από πηγές και άλλη βιβλιογραφία, όταν έχει τόσο μεγάλο φόρτο εργασίας, οπότε θέτουμε και στόχους με την αξιολόγηση του προγράμματος σπουδών, έτσι ώστε να καλύπτουν τα απαραίτητα, αλλά με ρεαλιστικά κριτήρια. Επίσης θα πρέπει να θεσπίσουμε και διαγωνισμούς ευρεσιτεχνίας, καινοτομίας και πρωτότυπων ιδεών έτσι ώστε να παροτρύνουμε αλλά και να εμπνεύσουμε τους φοιτητές να ασχοληθούν πιο ουσιαστικά με το αντικείμενο τους, αλλά και να παράγουν πρωτογενή σκέψη.
Αναφορικά με την εντατικοποίηση των σπουδών, εξασφαλίζοντας πως οι λιμνάζοντες φοιτητές δε θα κοστίζουν τίποτα στο πανεπιστήμιο – χωρίς πάσο, δεν προμηθεύονται καινούρια βιβλία κλπ – μπορούμε να θεσπίσουμε ταχύρυθμα και απλά τμήματα, έτσι ώστε στα πρώτα όσοι παρακολουθούν να υποχρεώνονται να περνάνε τα μαθήματα τους, με μικρές αποκλίσεις, μέσα στο ακαδημαϊκό έτος για να προβιβαστούν στο επόμενο, να μην μπορούν να αποτύχουν πάνω από 2+1 φορές σε κάποιο μάθημα και έτσι να τελειώνουν σε ν ή ν+1 χρόνια, ενώ αν αποτύχουν εκπίπτουν στο απλό τμήμα και συνεχίζουν τις σπουδές τους από εκεί. Έτσι το ταχύρυθμο τμήμα ικανοποιεί τους δείκτες αξιολόγησης των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, ενώ στα απλά τμήματα μπορούν να ρυθμίσουν οι φοιτητές τον ρυθμό σπουδών τους όπως επιθυμούν και να έχουν και παράπλευρες ασχολίες παράλληλα με το πανεπιστήμιο. Οι αλυσίδες μαθημάτων από την άλλη θα πρέπει να θεσπιστούν και για τους δύο τύπους τμημάτων, για μαθήματα που αποτελούν προαπαιτούμενο το ένα του άλλου και όχι απλά αν έχουν συνάφεια ή συνέχεια βάση ονόματος, γιατί είναι παράλογο να χάνει κάποιος το χρόνο του παρακολουθώντας ένα μάθημα στο οποίο δεν έχει τα εφόδια να επιτύχει.
Έμφαση είναι απαραίτητο επίσης να δώσουμε και στην έρευνα. Πρέπει σαν κράτος να αποφασίσουμε επιτέλους να επενδύσουμε ένα ποσό της τάξης του 2.5% του ΑΕΠ στην βασική έρευνα, πάνω στην οποία μπορούν να στηριχτούν τα πιο επίκαιρα μεταπτυχιακά και διδακτορικά ερευνητικά προγράμματα. Η έρευνα που παράγεται από ένα πανεπιστήμιο ή από μια χώρα είναι η πιο βασική για τις ανώτατες σπουδές. Θα προσελκύσουμε φοιτητές από τα Βαλκάνια άλλα και ολόκληρη την Ευρώπη, θα μπορέσουμε να πουλήσουμε μετά από κάποια χρόνια αποτελέσματα της έρευνας αυτής, ενώ πέρα από τον καθοριστικό χαρακτήρα που έχει η βασική έρευνα για την μεταπτυχιακή και διδακτορική εκπαίδευση αποτελεί και πόλο έλξης για επιχειρήσεις οι οποίες θα την χρησιμοποιήσουν για να πατήσουν πάνω σε αυτή, να κάνουν εφαρμοσμένη έρευνα, και να βρουν εφαρμογές. Μια επιχείρηση δεν είναι σε θέση να επενδύσει τα ποσά που χρειάζονται για τη βασική έρευνα, ούτε έχει τέτοιο βάθος χρόνου για να περιμένει αποτελέσματα. Οπότε πρέπει το κράτος να αποφασίσει να επενδύσει έτσι ώστε να καταφέρουμε κάποια στιγμή μέσα από τα πανεπιστήμια μας και τα ερευνητικά μας κέντρα να εξάγουμε τεχνογνωσία. Εδώ είναι αυτονόητο φυσικά ότι αν θέλουμε να ασχοληθούμε με την έρευνα πρέπει να αγοράσουμε άδειες χρήσης για όλες τις βιβλιοθήκες επιστημονικών εργασιών και να είναι προσβάσιμες από όλα τα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.
Θα μπορούσαμε ακόμα να χρησιμοποιήσουμε τα πλεονεκτήματα μας σε διάφορα πεδία, έναντι των άλλων χωρών, και να τα εξάγουμε με μορφή εκπαίδευσης. Θα μπορούσαμε να φτιάξουμε πολύ καλά αγγλόφωνα τμήματα φιλοσοφίας και να τα διαφημίσουμε στο εξωτερικό προσελκύοντας ξένους φοιτητές, προβάλλοντας τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και άλλους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους, τμήματα τουριστικών επαγγελμάτων προβάλλοντας τον τουρισμό και τη νυχτερινή ζωή, τμήματα αρχαιολογίας έχοντας να επιδείξουμε τόσους αρχαιολογικούς χώρους, ευκλείδειας γεωμετρίας, ή ακόμα και ελληνικής ιστορίας, ιστορίας της αρχαίας Ελλάδας, τμήμα ελληνικής φιλολογίας, αγροτικής μεσογειακής καλλιέργειας και ναυσιπλοΐας. Σαν χώρα είμαστε γνωστοί σε διάφορους τομείς τους οποίους οφείλουμε να προβάλουμε για να επωφεληθούμε.
Το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να μην είναι άκαμπτο και να αναγνωρίζει ιδιαιτερότητες στους μαθητές – φοιτητές που το ακολουθούν. Υπάρχουν προικισμένα παιδιά τα οποία καταστρέφονται προσπαθώντας να παρακολουθήσουν μαθήματα σε πολύ αργούς, για αυτά, ρυθμούς και έτσι δημιουργείται η ανάγκη για δημιουργία ειδικών ταχύρυθμων τμημάτων για τα ειδικά αυτά παιδιά ή τουλάχιστον η εκχώρηση της δυνατότητας ταυτόχρονης παρακολούθησης μαθημάτων περισσότερων τάξεων έτσι ώστε να μπορέσουν να βρουν με ενδιαφέρον τη θέση τους στο εκπαιδευτικό σύστημα. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και από την άλλη πλευρά με τμήματα για παιδιά με νοητική στέρηση τα οποία καταστρέφονται αφού δεν είναι δυνατό να παρακολουθήσουν τους συμβατικούς ρυθμούς του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι ιδιαίτερες αυτές περιπτώσεις φυσικά είναι απαραίτητο πρώτα από όλα να αναγνωριστούν κάτι που χρειάζεται φυσικά ικανότητα από την πλευρά των εκπαιδευτικών.
Όσον αφορά το κράτος είναι απαραίτητο να εστιάσουμε στα προβλήματα εκπαίδευσης, γιατί είναι μορφές δημόσιας επένδυσης, είναι ανταποδοτικά, φέρνουν οικονομική μεγέθυνση στο κράτος, παράγουν εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και προσελκύουν ξένες επιχειρήσεις. Αντιθέτως όταν εστιάζουμε στις αμυντικές δαπάνες ή στην περίθαλψη επιλέγουμε μια μορφή δημόσιας κατανάλωσης. ‘’Η επινόηση της καθολικής υποχρεωτικής δημόσια χρηματοδοτούμενης εκπαίδευσης ήταν η μεγαλύτερη κοινωνική επινόηση της ανθρωπότητας. Με αυτή αποκόπηκε ο δεσμός ανάμεσα στο οικογενειακό εισόδημα και στην παιδεία και η άγνοια και το χαμηλό εισόδημα της μιας γενιάς δεν οδηγούσαν αυτόματα στην άγνοια και το χαμηλό εισόδημα της άλλης […] Σε τελευταία ανάλυση, το σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης βρίσκεται πίσω από την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και τα ανερχόμενα επίπεδα πλούτου. Η συνεχής οικονομική βελτίωση δεν υπήρχε ούτε καν ως έννοια, πόσο μάλλον ως πραγματικότητα, προτού επινοηθεί η καθολική δημόσια εκπαίδευση τον δέκατο ένατο αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες’’ (Lester Thurow – καθηγητής του τμήματος οικονομίας και κοσμήτορας της σχολής διοίκησης επιχειρήσεων Sloan school of Management του ΜΙΤ).