Δημοφιλείς αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνδικαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνδικαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

Αναδιάρθρωση του Εκπαιδευτικού Συστήματος

Αρχικά σκοπός μας είναι να διακρίνουμε ποιος είναι ο στόχος του εκπαιδευτικού συστήματος σε κάθε βαθμίδα, και έπειτα να κάνουμε τις κατάλληλες ενέργειες, έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε ότι εξυπηρετεί το στόχο αυτό η κάθε βαθμίδα ξεχωριστά. Για το λόγο αυτό θα ξεκινήσουμε από τη βασική – υποχρεωτική (πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια) εκπαίδευση και θα περάσουμε στην τριτοβάθμια, στις μεταπτυχιακές και τις διδακτορικές σπουδές.

Πρωτοβάθμια – Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να έχει ως στόχο την κατάρτιση στα βασικά πεδία γνώσεων, να βάζει βάσεις για την ανάπτυξη κριτικής ικανότητας στους μαθητές και τέλος να τους μαθαίνει με πιο τρόπο πρέπει να διαβάζουν έτσι ώστε να είναι αποδοτικοί και να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες τους σε ολόκληρο το φάσμα τους. Είναι πολύ βασικό πέρα από τα μαθηματικά, τη γλώσσα, την ιστορία, τη γεωγραφία, τη γνωριμία με τη φύση και τον κόσμο γύρω τους, οι μαθητές να μάθουν πώς να διαβάζουν, την αξία του σωστού διαβάσματος, αλλά το βασικότερο πως θα ξεκινήσουν να σκέφτονται. Οι αλλαγές λοιπόν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι στο περιεχόμενο ή την ύλη των διδασκόμενων μαθημάτων αλλά στις παιδαγωγικές μεθόδους και στα βιβλία που τις υποστηρίζουν για την δημιουργία πιο αποτελεσματικών μαθητών που θα στοχεύουν στην ουσία. Σε αυτή την κατεύθυνση βοηθάει πολύ και η θεσμοθέτηση των ολοήμερων σχολείων όπου με την καθοδήγηση των δασκάλων θα μπορούν τα παιδιά να μάθουν να μελετάνε, αλλά και να ασχολούνται με δημιουργικά πράγματα – της αρεσκείας τους – πέρα των μαθημάτων, στον ελεύθερο χρόνο τους.
Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση πρέπει να έχει σαν στόχο αρχικά την εμβάθυνση των αντικειμένων με τα οποία ασχολήθηκε η πρωτοβάθμια εκπαίδευση, να δείξει για ποιο λόγο ισχύουν αυτά που έχουν ήδη διδαχτεί, πού αποσκοπούν και πού χρησιμεύουν. Πρέπει μέσα από την εξέλιξη των μαθητών τα μαθήματα να δικαιολογούν την παρουσία τους στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Οι ερωτήσεις κρίσης και οι συνδυαστικές εργασίες και ασκήσεις θα αναδείξουν το ενιαίο των διαφορετικών μαθημάτων, την αναγκαιότητα όλων αλλά και τη συμβολή τους στη διαπαιδαγώγηση του μαθητή. Πρέπει επίσης η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ως συμπληρωματική της πρωτοβάθμιας, να παράσχει όλα τα εφόδια που θα χρειαστεί κάποιος για να ανταπεξέλθει στην μετέπειτα ζωή του, ακόμα και αν δεν επιθυμεί να περάσει σε ανώτερες σπουδές. Που σημαίνει ότι θα πρέπει να προσφέρει σφαιρική – και όχι εξειδικευμένη – ενημέρωση σε όλα τα αντικείμενα τα οποία πραγματεύεται ήδη η βασική υποχρεωτική εκπαίδευση, αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να οπλίζει και με τις απαιτούμενες γνώσεις τους μαθητές για την περίπτωση που θέλουν να ασχοληθούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες, να ανοίξουν δικές τους επιχειρήσεις, θέλουν να εργαστούν σαν ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, σαν γραμματειακή υποστήριξη ή παρόμοιου τύπου εργασίες όπου δεν απαιτείται πτυχίο ανώτερων σπουδών.
Για να επιτευχθεί όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει να εισαχθεί ένα μάθημα για την λειτουργία της αγοράς, των ΜΜΕ, την διοίκηση, το marketing, βασικές οικονομικές αρχές, πράγματα τα οποία οφείλει να γνωρίζει κάποιος που εντάσσεται στο κοινωνικό σύνολο όχι μόνο για την εξασφάλιση πόρων, αλλά κυρίως για τη θωράκιση του (ας σημειώσουμε πως η πλειοψηφία δαπανά μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου της μπροστά από την τηλεόραση, βομβαρδιζόμενη από μηνύματα χωρίς να έχει μάθει να τα κρίνει ή να τα διαχειρίζεται). Πρέπει επίσης να γίνουν ουσιαστικές οι γνώσεις που παρέχονται πάνω στους υπολογιστές τη στιγμή που ζούμε στην εποχή της πληροφορίας, σε τέτοιο βαθμό που όλοι βγαίνοντας από την δευτεροβάθμια εκπαίδευση – και νωρίτερα – να μπορούν να χειριστούν τον υπολογιστή επαρκώς στις βασικές του λειτουργίες (να μπορούν να γράφουν εργασίες, να κάνουν παρουσιάσεις, πλοήγηση στο διαδίκτυο, διαχείριση του ηλεκτρονικού τους ταχυδρομείου, δημιουργία απλών αρχείων excel και access, όπως και να κάνουν format, εγκατάσταση και απεγκατάσταση προγραμμάτων). Πρέπει επίσης τα μαθήματα ξένων γλωσσών να είναι στοχευμένα και ουσιαστικά έτσι ώστε ο μαθητής με το απολυτήριο λυκείου να έχει γνώσεις επιπέδου proficiency στα αγγλικά, και βασικές γνώσεις στη δεύτερη γλώσσα που θα επιλέξει (γερμανικά, γαλλικά ή ισπανικά). Θα μπορούσε το σχολείο σαν θεσμικό όργανο να παραπέμπει και σε εξετάσεις πιστοποίησης των εν λόγω γνώσεων μέσω των αρμόδιων φορέων αντικαθιστώντας – εν μέρει τουλάχιστον – τα ξενόγλωσσα φροντιστήρια εφόσον πλέον η καλή γνώση δύο ξένων γλωσσών θεωρείται βασική και προαπαιτούμενη στην αγορά εργασίας. Τέλος είναι πολύ βασικό για κάποιον βγαίνοντας από την δευτεροβάθμια εκπαίδευση να γνωρίζει για τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, τον τρόπο λήψης αποφάσεων, αλλά και τη βαρύτητα των δικών του αποφάσεων έτσι ώστε να ενταχτεί πλέον στο κοινωνικό σύνολο. Η έμφαση και εμβάθυνση των αντικειμένων που προαναφέρθηκαν δεν είναι αποτρεπτική για το φόρτο εργασίας ενός μαθητή από τη στιγμή που μπορεί να αντικαταστήσει τις εξειδικευμένες γνώσεις που παρέχονται στις κατευθύνσεις, που αναγκάζεται κανείς να ακολουθήσει προς το παρόν στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Πράγμα που δεν πρέπει να συνεχιστεί.
Πρέπει να εισαχθούν περισσότερα πειράματα στον τρόπο διδασκαλίας όσων μαθημάτων το απαιτούν και είναι εφικτό, ενώ θα έπρεπε όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες διδασκαλίας να γίνονται στις αίθουσες των εργαστηρίων, έτσι ώστε να μπορούν οι μαθητές παράλληλα με την θεωρία να βλέπουν και πρακτικές εφαρμογές. Είναι σημαντικό και εδώ να βλέπουμε εφαρμογές του ενός μαθήματος στο άλλο έτσι ώστε να γίνεται αντιληπτή η ενοποίηση των μαθημάτων και η χρησιμότητα τους. Το ολοήμερο σχολείο έχει ήδη βάλει σε μια νοοτροπία τους μαθητές οι οποίοι μπορούν πλέον να χρησιμοποιήσουν τη βιβλιοθήκη – αναγνωστήριο του σχολείου με μικρότερη καθοδήγηση για να κάνουν τα μαθήματα τους.

Πρέπει επίσης, παράλληλα, κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, συμπληρωματικά και όχι σε ώρες μαθημάτων – για να μην θεωρηθεί ώρα ξεκούρασης – να δίνονται μια σειρά από σεμινάρια με θέματα όπως η κυκλοφορική, περιβαλλοντική, φυσική αγωγή, υγιεινή, υγεία –κάπνισμα, αλκοόλ – και άλλα θέματα στο ίδιο πλαίσιο, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Σε παρόμοιο πλαίσιο θα είναι καλό οι μαθητές να κάνουν ομάδες και να ασχολούνται με γενικούς προβληματισμούς – προβλήματα τα οποία δεν έχουν ήδη επιλυθεί έτσι ώστε να μάθουν να παράγουν πρωτογενή σκέψη (think-tank).

Οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι ένας θεσμός ο οποίος πρέπει να διατηρηθεί για να υπάρχει κύρος και ουσία στο απολυτήριο του λυκείου (ενιαίου ή τεχνικού). Πρέπει με το απολυτήριο αυτό να πιστοποιείται ότι ο απόφοιτος έχει ένα βασικό επίπεδο γνώσεων οπότε δε μπορεί να δίνεται με ενδοσχολικές εξετάσεις. Παρόλα αυτά οι πανελλαδικές εξετάσεις δεν πρέπει να είναι εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση εφόσον σκοπός του λυκείου δεν είναι η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο αλλά έχει διαφορετικό ρόλο όπως παρατηρήσαμε πιο πάνω. Οι πανελλαδικές εξετάσεις δεν πρέπει να είναι απαιτητικές σε λεπτομέρειες αλλά να έχουν συνδυαστικές ερωτήσεις κρίσεως στις οποίες να ζητούνται βασικές μέθοδοι σκέψης, έννοιες και γνώσεις οι οποίες αποκομίστηκαν από το σύνολο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Σύστημα Εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει αρχικά το σύστημα να δείχνει τάσεις και κατευθύνσεις στους νέους ανάλογα με τις κλίσεις τους, ανάλογα με τις απαιτήσεις των αντικειμένων αλλά και ανάλογα με τις απαιτήσεις της αγοράς έτσι ώστε ο νέος να είναι πλήρως ενημερωμένος για τις επιλογές που θα κάνει, τι δυσκολίες θα αντιμετωπίσει στη σχολή που θα επιλέξει να ακολουθήσει, αν τελικά επιλέξει την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Για το λόγο αυτό πρέπει να θεσπιστεί ένας φορέας (εάν όχι το ίδιο το λύκειο) όπου ο νέος θα κάνει κάποια τεστ δεξιοτεχνίας, ικανοτήτων, κλίσης – μέσω ερωτηματολογίων, σχημάτων, αντιστοίχισης κλπ – σχεδιασμένα από ειδικούς όπου θα φανερώνουν τους δυνατούς τομείς αλλά και τις αδυναμίες των νέων, όπως και θα μπορούν να προτείνουν τομείς ενασχόλησης. Τέτοια τεστ γίνονται ακόμα και τώρα από ιδιωτικές εταιρίες υπό την επίβλεψη ψυχολόγων. Επιπρόσθετα θα γίνεται ουσιαστικός επαγγελματικός προσανατολισμός με το αντικείμενο της κάθε σχολής, τι πραγματεύεται και τι δυνατότητες προσφέρει. Έτσι θα μπορεί ο νέος, με τη βοήθεια ενός σύμβουλου καθηγητή, να αποφασίσει βάση των επιθυμιών, ικανοτήτων, δυνατοτήτων και ευκαιριών για το ποιες σπουδές θέλει να ακολουθήσει. Αφού τελειώσει με αυτό το στάδιο έχει διαλέξει τομέα και αντικείμενο (ουσιαστικά ποιο τμήμα τον ενδιαφέρει) και διαλέγει τα απαιτούμενα εισαγωγικά μαθήματα που θα παρακολουθήσει, τα οποία γίνονται στα πλαίσια του φορέα που θα ιδρυθεί (αν δεν περάσουν στο λύκειο).

Τα εισαγωγικά μαθήματα ποικίλουν και εξαρτώνται από το αντικείμενο του κάθε τμήματος. Οι υποψήφιοι φοιτητές εξετάζονται στα μαθήματα αυτά στο τέλος της χρονιάς και με τα αποτελέσματα αυτά αλλά και με συστατικές από τους καθηγητές κάνουν αιτήσεις στα πανεπιστήμια που επιθυμούν να ενταχθούν. Τα πανεπιστήμια επιλέγουν κυρίως βάση των βαθμών στα μαθήματα, αλλά μπορεί να λάβουν υπ’ όψιν τους και τις συστατικές σε μικρές διαφορές μεταξύ υποψηφίων ενώ καλούν και σε προσωπική συνέντευξη για την αποδοχή ή όχι του υποψήφιου φοιτητή. Ο νέος μπορεί να προσπαθήσει όσες φορές επιθυμεί να μπει σε όποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα επιθυμεί. Οι εξετάσεις πρέπει και αυτές να γίνονται με αδιάβλητο τρόπο, οι εξεταστές και διορθωτές να μη γνωρίζουν τους εξεταζόμενους και να είναι ίδιας δυσκολίας, εάν όχι ίδια, τα θέματα για όλους τους υποψήφιους για ομότιμα τμήματα.
Ουσιαστικά η προετοιμασία και οι εξετάσεις διαρκούν λιγότερο από ένα χρόνο, οι υποψήφιοι μετράνε τις δυνάμεις τους βλέποντας τις επιδόσεις των υπολοίπων υποψηφίων και μπορούν να κάνουν πιο στοχευμένα τις αιτήσεις τους. Συνυπολογίζουν τις επιθυμίες τους, τις δυνατότητες τους, τους βαθμούς τους σχετικά με τους υπόλοιπους, τα κριτήρια της κάθε σχολής επιλέγουν τη σχολή της αρεσκείας τους. Με αυτό τον τρόπο αρχικά περιορίζονται – αν όχι αποκλείονται – οι μεταγραφές, αφού οι υποψήφιοι έχουν κάνει αίτηση σε συγκεκριμένα ιδρύματα και έχουν επιλεγεί από αυτά, ενώ μεταγραφές ίσως να επιτραπούν σε περίπτωση που προκύψουν λόγοι κατά τη διάρκεια της φοίτησης. Επίσης περιορίζεται η παραπαιδεία, αν συνυπολογίσει κανείς και τη συνεισφορά των ολοήμερων σχολείων, γιατί με αυτό τον τρόπο ακόμα και να θεωρεί κάποιος ότι έχει την ανάγκη να πάει σε βοηθητικά μαθήματα, ακόμα και αν βρει το χρόνο, θα το κάνει για λιγότερο από ένα χρόνο. Εδώ ας παρατηρήσουμε ότι έχουμε περισσότερα μαθήματα, τα οποία επιλέγονται από μικρότερα ακροατήρια, έτσι έχουμε καλύτερη ποιότητα μαθήματος, μεγαλύτερη απορρόφηση εκπαιδευτικών, και οι υποψήφιοι δίνουν απολύτως σχετικά μαθήματα με το αντικείμενο που θα ασχοληθούν στο πανεπιστήμιο. Φυσικά στο πανεπιστήμιο μπαίνουν έχοντας κάνει τα εισαγωγικά μαθήματα οπότε μειώνεται και η διάρκεια των σπουδών κατά ένα χρόνο, το χρόνο που έχασε ο υποψήφιος για την επιλογή, την προετοιμασία και τις εισαγωγικές εξετάσεις.

Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να παρέχονται πιο εξειδικευμένες γνώσεις, και τα ιδρύματα πρέπει να παρέχουν υψηλού επιπέδου ποιότητα σπουδών– τουλάχιστον μέχρι να ανοίξει η αγορά, οπότε και δε θα είναι δυνατή η διασφάλιση του επιπέδου των σπουδών αλλά η κατηγοριοποίηση του – ενώ θα πρέπει ο συνολικός αριθμός των εισακτέων ενός αντικειμένου να συναντά κατά κάποιο τρόπο και τις ανάγκες της αγοράς αναφορικά με το αντικείμενο αυτό – και αυτό φυσικά μέχρι να ανοίξει η αγορά, οπότε και δε θα μπορούμε να ασκούμε έλεγχο, παρά μόνο ο ανταγωνισμός θα μπορεί να φέρει ισορροπίες – έτσι ώστε να επιτύχουμε και μείωση της ανεργίας σε κορεσμένους τομείς, αφήνοντας πάντα περιθώριο για όσους θέλουν να ασχοληθούν με την έρευνα – όπου και δεν υπάρχει θέμα ανταποδοτικότητας σε σχέση με την αγορά αφού οι ερευνητές μπορούν να δρουν παράλληλα με αυτή.
Η αξιολόγηση πρέπει επιτέλους να έρθει κάποια στιγμή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Να γίνει μια πλήρης καταγραφή υποδομών, υλικών, αναγκών κάθε τμήματος, να αξιολογηθούν τα συγγράμματα, το πρόγραμμα σπουδών, η ποιότητα του μαθήματος και οι καθηγητές από εξωτερικούς αλλά και εσωτερικούς παρατηρητές, και να εντοπιστούν τα προβλήματα του κάθε τμήματος ξεχωριστά. Πρέπει να διατεθούν μεγαλύτερα κονδύλια στα ιδρύματα που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από οικονομική στήριξη, να ασκηθεί μεγαλύτερος έλεγχος και καθοδήγηση στα τμήματα που παρουσιάζουν περισσότερα προβλήματα διοικητικής φύσης. Να δοθούν κίνητρα στους καθηγητές για να κάνουν έρευνα, αλλά να υπάρχουν και εκθέσεις φοιτητών αλλά και εξωτερικών παρατηρητών για την μεταδοτικότητα τους που θα λαμβάνονται υπ’ όψιν στις κρίσεις τους. Πρέπει να φέρουμε όλα τα ιδρύματα σε μια ισορροπία, για να μην έχουμε αποφοίτους πολλών ταχυτήτων – γιατί τότε θα έπρεπε να έχουμε και επαγγελματικά δικαιώματα πολλών ταχυτήτων – και από εκεί να τα αναπτύξουμε ομόρροπα, να τα κάνουμε ανταγωνιστικά με τα καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, και έτσι όταν ανοίξει η αγορά, η δημόσια εκπαίδευση δε θα κινδυνεύσει να εξαφανιστεί ενώ δε θα έχουμε και κοινωνικές ανισότητες στις ευκαιρίες στην εκπαίδευση. Αν φτάσουμε τελικά στην κατηγοριοποίηση των πανεπιστημίων θα πρέπει τα δημόσια πανεπιστήμια να είναι στην πρώτη βαθμίδα και να κρατηθούν εκεί.
Αυτό βέβαια για να επιτευχθεί πρέπει να υπάρχει ενιαία εθνική στρατηγική για την εκπαίδευση, και δεν πρέπει η κάθε κυβέρνηση ανάλογα με τις σκοπιμότητες της να υποβαθμίζει ή να αναβαθμίζει τα δημόσια πανεπιστήμια. Για αυτό το λόγο πρέπει να αφήσουμε στα ιδρύματα την δυνατότητα να αυτοχρηματοδοτούνται από εναλλακτικούς πόρους. Πρέπει να μπορούνε να αξιοποιήσουνε την έρευνα που παράγουν, αφού θεσπιστεί μια επιτροπή δεοντολογίας που θα εξασφαλίζει ότι η έρευνα αυτή είναι αντικειμενική και δεν καθοδηγείται. Επίσης πρέπει να θεσπιστούν ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών (προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών) τα οποία θα μπορούν να παρακολουθούν ξένοι φοιτητές επί πληρωμή, προγράμματα τηλε-εκπαίδευσης με συνδρομητές ανά τον κόσμο, ή ακόμα και βιντεοσκοπημένα μαθήματα που θα ανεβαίνουν στο site του πανεπιστημίου, να τα παρακολουθούν όσοι θέλουν να γίνουν συνδρομητές – ελεύθερα για τους φοιτητές – (βλ. MIT open courseware).
Σημαντικό είναι επίσης να ενθαρρύνονται οι επιχειρήσεις να δέχονται φοιτητές για πρακτική άσκηση, με κάποιες φοροαπαλλαγές ή μείωση εισφορών ενδεχομένως, έτσι ώστε να μπορούν οι φοιτητές να αποκτούν πρακτικές γνώσεις πάνω στο αντικείμενο τους και να περνάνε από τη θεωρία και την πράξη του εργαστηρίου, στις πραγματικές συνθήκες δουλειάς και τις πραγματικές απαιτήσεις. Με αυτό τον τρόπο και οι εταιρίες γνωρίζουν ενδεχόμενους μελλοντικούς εργαζόμενους, αφού δεν αποκλείεται να μείνουν ευχαριστημένοι από την απόδοση των φοιτητών και να αποφασίσουν να επενδύσουν πάνω τους έτσι ώστε να έχουν καταρτισμένους εργαζόμενους με το που θα πάρουν το πτυχίο τους.
Και σε αυτή τη βαθμίδα της εκπαίδευσης χρειάζεται να έχουμε συνδυαστικά θέματα κρίσεως και εναλλακτικούς τρόπους εξέτασης για κατανόηση σε μεγαλύτερο βάθος του αντικειμένου, κάτι που απαιτεί ασφαλώς τον περιορισμό των μαθημάτων ανά εξάμηνο. Δεν είναι δυνατόν ο φοιτητής να μπορέσει να μελετήσει σε βάθος, μέσα από πηγές και άλλη βιβλιογραφία, όταν έχει τόσο μεγάλο φόρτο εργασίας, οπότε θέτουμε και στόχους με την αξιολόγηση του προγράμματος σπουδών, έτσι ώστε να καλύπτουν τα απαραίτητα, αλλά με ρεαλιστικά κριτήρια. Επίσης θα πρέπει να θεσπίσουμε και διαγωνισμούς ευρεσιτεχνίας, καινοτομίας και πρωτότυπων ιδεών έτσι ώστε να παροτρύνουμε αλλά και να εμπνεύσουμε τους φοιτητές να ασχοληθούν πιο ουσιαστικά με το αντικείμενο τους, αλλά και να παράγουν πρωτογενή σκέψη.

Αναφορικά με την εντατικοποίηση των σπουδών, εξασφαλίζοντας πως οι λιμνάζοντες φοιτητές δε θα κοστίζουν τίποτα στο πανεπιστήμιο – χωρίς πάσο, δεν προμηθεύονται καινούρια βιβλία κλπ – μπορούμε να θεσπίσουμε ταχύρυθμα και απλά τμήματα, έτσι ώστε στα πρώτα όσοι παρακολουθούν να υποχρεώνονται να περνάνε τα μαθήματα τους, με μικρές αποκλίσεις, μέσα στο ακαδημαϊκό έτος για να προβιβαστούν στο επόμενο, να μην μπορούν να αποτύχουν πάνω από 2+1 φορές σε κάποιο μάθημα και έτσι να τελειώνουν σε ν ή ν+1 χρόνια, ενώ αν αποτύχουν εκπίπτουν στο απλό τμήμα και συνεχίζουν τις σπουδές τους από εκεί. Έτσι το ταχύρυθμο τμήμα ικανοποιεί τους δείκτες αξιολόγησης των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, ενώ στα απλά τμήματα μπορούν να ρυθμίσουν οι φοιτητές τον ρυθμό σπουδών τους όπως επιθυμούν και να έχουν και παράπλευρες ασχολίες παράλληλα με το πανεπιστήμιο. Οι αλυσίδες μαθημάτων από την άλλη θα πρέπει να θεσπιστούν και για τους δύο τύπους τμημάτων, για μαθήματα που αποτελούν προαπαιτούμενο το ένα του άλλου και όχι απλά αν έχουν συνάφεια ή συνέχεια βάση ονόματος, γιατί είναι παράλογο να χάνει κάποιος το χρόνο του παρακολουθώντας ένα μάθημα στο οποίο δεν έχει τα εφόδια να επιτύχει.

Έμφαση είναι απαραίτητο επίσης να δώσουμε και στην έρευνα. Πρέπει σαν κράτος να αποφασίσουμε επιτέλους να επενδύσουμε ένα ποσό της τάξης του 2.5% του ΑΕΠ στην βασική έρευνα, πάνω στην οποία μπορούν να στηριχτούν τα πιο επίκαιρα μεταπτυχιακά και διδακτορικά ερευνητικά προγράμματα. Η έρευνα που παράγεται από ένα πανεπιστήμιο ή από μια χώρα είναι η πιο βασική για τις ανώτατες σπουδές. Θα προσελκύσουμε φοιτητές από τα Βαλκάνια άλλα και ολόκληρη την Ευρώπη, θα μπορέσουμε να πουλήσουμε μετά από κάποια χρόνια αποτελέσματα της έρευνας αυτής, ενώ πέρα από τον καθοριστικό χαρακτήρα που έχει η βασική έρευνα για την μεταπτυχιακή και διδακτορική εκπαίδευση αποτελεί και πόλο έλξης για επιχειρήσεις οι οποίες θα την χρησιμοποιήσουν για να πατήσουν πάνω σε αυτή, να κάνουν εφαρμοσμένη έρευνα, και να βρουν εφαρμογές. Μια επιχείρηση δεν είναι σε θέση να επενδύσει τα ποσά που χρειάζονται για τη βασική έρευνα, ούτε έχει τέτοιο βάθος χρόνου για να περιμένει αποτελέσματα. Οπότε πρέπει το κράτος να αποφασίσει να επενδύσει έτσι ώστε να καταφέρουμε κάποια στιγμή μέσα από τα πανεπιστήμια μας και τα ερευνητικά μας κέντρα να εξάγουμε τεχνογνωσία. Εδώ είναι αυτονόητο φυσικά ότι αν θέλουμε να ασχοληθούμε με την έρευνα πρέπει να αγοράσουμε άδειες χρήσης για όλες τις βιβλιοθήκες επιστημονικών εργασιών και να είναι προσβάσιμες από όλα τα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.

Θα μπορούσαμε ακόμα να χρησιμοποιήσουμε τα πλεονεκτήματα μας σε διάφορα πεδία, έναντι των άλλων χωρών, και να τα εξάγουμε με μορφή εκπαίδευσης. Θα μπορούσαμε να φτιάξουμε πολύ καλά αγγλόφωνα τμήματα φιλοσοφίας και να τα διαφημίσουμε στο εξωτερικό προσελκύοντας ξένους φοιτητές, προβάλλοντας τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και άλλους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους, τμήματα τουριστικών επαγγελμάτων προβάλλοντας τον τουρισμό και τη νυχτερινή ζωή, τμήματα αρχαιολογίας έχοντας να επιδείξουμε τόσους αρχαιολογικούς χώρους, ευκλείδειας γεωμετρίας, ή ακόμα και ελληνικής ιστορίας, ιστορίας της αρχαίας Ελλάδας, τμήμα ελληνικής φιλολογίας, αγροτικής μεσογειακής καλλιέργειας και ναυσιπλοΐας. Σαν χώρα είμαστε γνωστοί σε διάφορους τομείς τους οποίους οφείλουμε να προβάλουμε για να επωφεληθούμε.
Το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να μην είναι άκαμπτο και να αναγνωρίζει ιδιαιτερότητες στους μαθητές – φοιτητές που το ακολουθούν. Υπάρχουν προικισμένα παιδιά τα οποία καταστρέφονται προσπαθώντας να παρακολουθήσουν μαθήματα σε πολύ αργούς, για αυτά, ρυθμούς και έτσι δημιουργείται η ανάγκη για δημιουργία ειδικών ταχύρυθμων τμημάτων για τα ειδικά αυτά παιδιά ή τουλάχιστον η εκχώρηση της δυνατότητας ταυτόχρονης παρακολούθησης μαθημάτων περισσότερων τάξεων έτσι ώστε να μπορέσουν να βρουν με ενδιαφέρον τη θέση τους στο εκπαιδευτικό σύστημα. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και από την άλλη πλευρά με τμήματα για παιδιά με νοητική στέρηση τα οποία καταστρέφονται αφού δεν είναι δυνατό να παρακολουθήσουν τους συμβατικούς ρυθμούς του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι ιδιαίτερες αυτές περιπτώσεις φυσικά είναι απαραίτητο πρώτα από όλα να αναγνωριστούν κάτι που χρειάζεται φυσικά ικανότητα από την πλευρά των εκπαιδευτικών.

Όσον αφορά το κράτος είναι απαραίτητο να εστιάσουμε στα προβλήματα εκπαίδευσης, γιατί είναι μορφές δημόσιας επένδυσης, είναι ανταποδοτικά, φέρνουν οικονομική μεγέθυνση στο κράτος, παράγουν εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και προσελκύουν ξένες επιχειρήσεις. Αντιθέτως όταν εστιάζουμε στις αμυντικές δαπάνες ή στην περίθαλψη επιλέγουμε μια μορφή δημόσιας κατανάλωσης. ‘’Η επινόηση της καθολικής υποχρεωτικής δημόσια χρηματοδοτούμενης εκπαίδευσης ήταν η μεγαλύτερη κοινωνική επινόηση της ανθρωπότητας. Με αυτή αποκόπηκε ο δεσμός ανάμεσα στο οικογενειακό εισόδημα και στην παιδεία και η άγνοια και το χαμηλό εισόδημα της μιας γενιάς δεν οδηγούσαν αυτόματα στην άγνοια και το χαμηλό εισόδημα της άλλης […] Σε τελευταία ανάλυση, το σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης βρίσκεται πίσω από την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και τα ανερχόμενα επίπεδα πλούτου. Η συνεχής οικονομική βελτίωση δεν υπήρχε ούτε καν ως έννοια, πόσο μάλλον ως πραγματικότητα, προτού επινοηθεί η καθολική δημόσια εκπαίδευση τον δέκατο ένατο αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες’’ (Lester Thurow – καθηγητής του τμήματος οικονομίας και κοσμήτορας της σχολής διοίκησης επιχειρήσεων Sloan school of Management του ΜΙΤ).

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Περί αγροτών...

Ξάνθη, 2 Φεβρουαρίου 2010

Προς κάθε αποδέκτη,
Θα ήθελα να ξεκινήσω την επιστολή μου με ένα μεγάλο ευχαριστώ στους αγρότες οι οποίοι με ταξίδεψαν σε τόσα όμορφα μέρη Λειβαδιά, Δελφούς, Αράχοβα, Παρνασσό, Λαμία, Λάρισα, Κατερίνη, Κοζάνη, Βέροια, Ασπροβάλτα  για να φτάσω τελικά στην Ξάνθη, η οποία πια έμοιαζε με Ιθάκη. Ένα μπλόκο στη Λαμία, ένα στην Λάρισα, τα Τέμπη και ένα μπλόκο στις Σέρρες μετέτρεψαν  ένα ανιαρό ταξίδι που θα κρατούσε 6 ώρες, σε μια περιπέτεια 11 ωρών. Όσο και αν διασκέδασα με την όμορφη θέα της ηπειρωτικής Ελλάδας, των βουνών, των κάμπων, των χωριών της κάτω από ψιλόβροχο, πρέπει να ομολογήσω ότι άργησα στη δουλειά μου και εν μέρει ο σκοπός του ταξιδιού μου πήγε στράφι. Κάτι που όμως φαντάζει πολύ μικρό μπροστά στα δίκαια αιτήματα των αγροτών. Εξίσου ασήμαντα φαίνονται και τα 3-4 τρακαρίσματα που συνάντησα στα βρεγμένα μονοπάτια των βουνών, αλλά οι, ελπίζω μόνο, υλικές ζημιές δε θα μπορούσαν να αντιπαρατεθούν στον αγώνα μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας. Και τότε σκέφτηκα ότι η εθνική οδός δεν έχει γίνει μόνο για τις ταχύτερες και πιο εύκολες μετακινήσεις αλλά και για ασφάλεια. Πόσο ασφαλής να αισθάνεται μια οικογένεια να αφήσει τα παιδιά της να παίξουν, να κυκλοφορήσουν στους δρόμους όταν περνάνε νταλίκες από πλακόστρωτα δρομάκια; Αλλά δόξα το θεό δεν έχει ακουστεί καμία τραγωδία μέχρι τώρα. Δεν είναι δα και μεγάλη θυσία το να περιορίζονται λίγο οι άνθρωποι στα σπίτια τους όταν πρόκειται να αποφευχθεί η οικονομική εξαθλίωση των αγροτών. Δεν είναι δα και τίποτα να καθυστερήσει το εμπόρευμα των μικροεπιχειρηματιών, αποκλεισμένο στα τελωνεία, θα έχουμε εκπτώσεις και το καλοκαίρι, ίσως καταφέρουν να ρεφάρουν τότε. Μπορούμε να αντέξουμε στις κατακόρυφες αυξήσεις των γεωργικών προϊόντων στις λαϊκές, αυτά είναι μηδαμινά μπροστά στο διακύβευμα των αγροτών.

Πρέπει όλες οι κοινωνικές ομάδες να υποστούν κάποιες ανεπαίσθητες συνέπειες λοιπόν για να δικαιωθεί ο αγώνας τους. Λίγο η αύξηση των τιμών, λίγο οι απώλειες εισοδήματος, λίγο η ανασφάλεια, λίγο η ταλαιπωρία, λίγο ο περιορισμός και ο καταναγκασμός του κοινωνικού συνόλου… δεν είναι δα καιροσκοπικά τα συμφέροντα των αγροτών. Δεν είναι δα ότι κάθε χρόνο έχουμε τα ίδια. Δεν είναι δα ότι έχει γίνει θεσμός πια ο αποκλεισμός των δρόμων από τους αγρότες. Ή μήπως όχι; Κάθε χρόνο έχουν βιοποριστικά προβλήματα οι αγρότες και με ένα πεσκέσι τα ξεχνούν. Μήπως δεν είναι τα προβλήματα που τους απασχολούν αλλά το αν θα πάρουν το πεσκέσι τους; Μήπως κοιτούσαν τόσο καιρό να εκμεταλλευτούν καταστάσεις για να βγάλουν το κάτι παραπάνω αντί να λύσουν τα προβλήματα τους;

Ολόκληρη η Ελλάδα ετοιμάζεται να δώσει από το υστέρημα της, ανάλογα με τις δυνατότητες του ο καθένας, για να καταφέρουμε κάποια στιγμή να ξεφύγουμε από τις εξωτερικές πιέσεις που προκαλεί το χρέος μας, και οι αγρότες κλείνουν τους δρόμους γιατί θα πάρουν μικρότερο ‘’δωράκι’’; Μου φαίνεται πως οι αγρότες είναι απλά εποχιακοί επαγγελματίες με πολύ ελεύθερο χρόνο και κληροδοτημένη μεγάλη εμπειρία στην ταξική πάλη (Κιλελέρ) τα οποία εξαργυρώνουν πλέον για ιδιοτελείς σκοπούς, επειδή μέχρι τώρα έβρισκαν ανοχή να το κάνουν. Η εποχή που σπέρνουν, η εποχή που ποτίζουν, η εποχή που θερίζουν και η εποχή που κλείνουν τους δρόμους. Δε νομίζω πως είναι τυχαίο ότι όλες οι ‘’εξεγέρσεις’’ γίνονται σε νεκρές για αυτούς περιόδους. Δεν είναι η ανάγκη μόνο που τους οδηγεί εκεί αλλά και ο εποχικός χαρακτήρας του επαγγέλματος τους.

Δεν προσπαθούν να διοχετεύσουν την αμφισβήτηση τους και την ενεργητικότητα τους για να βρουν νέους οικονομικότερους τρόπους παραγωγής, σύγχρονες μεθόδους που θα αυξήσουν τα κέρδη τους, γιατί τέτοιες μέθοδοι υπάρχουν από τη στιγμή που έρχονται πιο φτηνά εισαγόμενα τα ίδια προϊόντα από το εξωτερικό, αλλά έχουν βολευτεί με το να ζητούν από τους φορολογούμενους να τους συμπληρώσουν το εισόδημα. Κάποιοι μπορούν να παράγουν τα προϊόντα τους, να πληρώσουν τη μεταφορά τους στη χώρα μας, να πληρώσουν φόρους και πάλι να έχουν χαμηλότερες τιμές από αυτές των ντόπιων βγάζοντας κέρδος. Μήπως βγάζει υπερβολικά κέρδη ο συνεταιρισμός τους; Μήπως καταλήγουν σε λάθος τσέπες τα κέρδη; Μήπως η λύση των προβλημάτων δεν είναι εκεί που την ψάχνουν οι αγρότες μας; Αν τα προϊόντα που παράγουν περισσεύουν σε τέτοιο βαθμό για να τα πετάνε στους δρόμους, μήπως θα έπρεπε να σκεφτούν να περάσουν σε παραγωγή άλλων πιο ανταγωνιστικών προϊόντων και να συντονίσουν τη παραγωγή τους;

Κλείνοντας τους δρόμους προσπαθούν να εκβιάσουν και την υπόλοιπη κοινωνία να ασκήσει πιέσεις στην κυβέρνηση, για να αποκατασταθεί η κανονική ροή στα ζητήματα τους, αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι στη συγκεκριμένη συγκυρία δεν παίρνουν την κοινωνία μαζί τους αλλά τη στρέφουν εναντίον τους. Είμαστε μια μεγάλη οικογένεια, μπήκαμε σε δίαιτα για να τα βγάλουμε πέρα, αλλά έχουμε και το μικρό παιδάκι να ζητάει συνέχεια καινούρια παιχνίδια για να παίξει, αδιαφορώντας για τον περίγυρο του. Αν η κυβέρνηση υποκύψει στον εκβιασμό αυτό και δώσει τα λεφτά που ζητάνε οι αγρότες δε θα βγούνε άλλες κοινωνικές ομάδες να διεκδικήσουν ίδια μεταχείριση; Εκείνοι δε θα πρέπει να πάρουν αντίστοιχα αυτά που ζητάνε; Λεφτά που δεν υπάρχουν, που ποτέ δεν υπήρχαν και για τα οποία παίρναμε δάνεια, και τώρα αναρωτιόμαστε γιατί βρεθήκαμε σε αυτή την κατάσταση. Όσα λεφτά και να σφετεριστήκαν με όλα τα σκάνδαλα, 274 δις δεν ήταν. Το χρέος έφτασε εκεί γιατί απλά μοιράζαμε λεφτά που δεν είχαμε. Να παλεύει κάποιος για πιο δίκαιη κατανομή του πλούτου είναι θεμιτό, αλλά να το κάνει για να εξασφαλίσει ετήσιο μπόνους δεν είναι.

Οι ακραίες μορφές πάλης πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ και όταν τα πράγματα φτάνουν στα άκρα, όχι να ευτελίζονται  έτσι, να μετατρέπονται μέρος του ετήσιου προγραμματισμού. Αυτό που ελπίζω είναι να μην έχουν αντίστοιχη αντιμετώπιση και οι αγρότες όταν θα έχουν την ανάγκη των άλλων κοινωνικών ομάδων, να μην είναι σε απεργία οι καθηγητές όταν θα θέλουν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, να μην απεργούν οι γιατροί όταν αρρωστήσουν οι γυναίκες τους, να μην ζούνε μέσα στη δυσωδία όταν θα απεργούν οι οδοκαθαριστές και ούτω καθεξής. Η κοινωνική αλληλεγγύη υπαγορεύει θυσίες από όλους μας όταν μια κοινωνική ομάδα προσπαθεί να προασπίσει τα δικαιώματα της, αλλά η προάσπιση των δικαιωμάτων δεν είναι ετήσιος θεσμός, είναι αυθόρμητη έκφραση αντίδρασης στις ασφυκτικές πιέσεις, που οδηγούν σε κίνημα, που έχει σαν αιτήματα κάτι περισσότερο από ένα καιροσκοπικό δωράκι.


Με εκτίμηση, προβληματισμό και λίγη αγανάκτηση
Ένας πολίτης της Ελλάδας

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

POLITICAL JUSTICE IN HITLER’S GERMANY

Δημοκρατία, μια λέξη τόσο γνώριμη μα μια έννοια τόσο δύσκολη και τόσο απόμακρη. Έχουμε μεγαλώσει μέσα στις αγκάλες της αλλά γνωρίζουμε τόσο λίγα για αυτήν, ενώ την υπερασπιζόμαστε ακόμα λιγότερο. Δημοκρατία σημαίνει η διακυβέρνηση από τη θέληση της πλειοψηφίας αλλά συνάμα και ο σεβασμός στην άποψη των μειοψηφιών, σημαίνει σεβασμός στο συνάνθρωπο, στη προσωπικότητα και τις ιδιαιτερότητες του. Δημοκρατία σημαίνει ελευθερία βούλησης με μόνο περιορισμό την ελευθερία του πλησίον σου. Σε μια βαθειά δημοκρατική κοινωνία δε θα χωρούσε η βία. Η σύγκρουση θα γινόταν με επιχειρήματα, με θέσεις, με ιδέες και προτάσεις. Δυστυχώς όμως απέχουμε πολύ από μία τέτοια δημοκρατία. 
Σε ολόκληρη την κοινωνία παρατηρούμε καθημερινά τρανταχτά φαινόμενα έπαρσης και αλαζονείας αλλά είναι ακόμα πιο λυπηρό να διαφαίνονται τέτοιες συμπεριφορές ακόμα και μέσα στο πανεπιστήμιο, το οποίο θα έπρεπε να αποτελεί χώρο ανταλλαγής ιδεών και διαμόρφωσής συνειδήσεων. Δυστυχώς η ακατάπαυστη επιθυμία μερικών για αναγνώριση και εξουσία τους οδηγεί πολλές φορές σε πράξεις που κάθε άλλο παρά Δημοκρατία θυμίζουν. Ο υπέρμετρος ζήλος, η αδιαλλαξία και η ανάγκη για επιβολή είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά που απειλούν άμεσα την πολυφωνία και την δικαιοσύνη. Εδραιώνεται με αυτό τον τρόπο η πεποίθηση του πεφωτισμένου, σε συγκεκριμένα άτομα, που θεωρούν ότι γνωρίζουν το συμφέρον όλων, και απλά τους το επιβάλουν αν αυτοί δεν το αναγνωρίζουν. Και κάπως έτσι φτάνουμε στην εφαρμογή φασιστικών πρακτικών που εξυπηρετούν τους ‘χαρισματικούς’ φοιτητοπατέρες. Δεν αναγνωρίζουν τις αποφάσεις της πλειοψηφίας (των Γενικών Συνελεύσεων) όταν αυτές δεν τους βολεύουν, αρνούνται την καταμέτρηση και την αποτύπωση των συσχετισμών μέσα στο ανώτατο όργανο λήψης αποφάσεων των φοιτητών, κλείνουν τη σχολή χωρίς ουσιαστικά καμία απόφαση Γενικής Συνέλευσης, καταπατώντας κάθε δημοκρατικό δικαίωμα των συμφοιτητών τους, σκίζουν ότι αφίσα θεωρούν ότι τους αποδίδει πολιτικό κόστος, προπηλακίζουν, απειλούν και καταφεύγουν σε προσωπικές επιθέσεις για να καλύψουν την ένδεια των επιχειρημάτων τους. Δεν κατανοούν ότι καμία πλειοψηφία, όσο μεγάλη και αν είναι, δεν μπορεί να νομιμοποιήσει παραβάσεις θεσμικών διαδικασιών και συνταγματικών δικαιωμάτων. Καμία Γενική Συνέλευση δε μπορεί να αποφασίσει για τη διαγραφή φοιτητών από το σύλλογο, ούτε και να εξορίσει έναν καθηγητή από το πανεπιστημιακό άσυλο, γιατί πολύ απλά κάτι τέτοιο αντιβαίνει σε θεσμικά κατοχυρωμένα δικαιώματα τους, τα οποία έχουν κερδηθεί με αγώνες και θυσίες. Αντιλαμβάνονται τη δημοκρατία σαν ένα όχημα το οποίο χρησιμοποιούν όταν λειτουργεί προς όφελος τους αλλά το αφήνουν στην άκρη όταν δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς τους.  
Τέτοια άτομα επικαλούνται την αμεσοδημοκρατία ενώ δεν έχουν καν το πολιτικό θάρρος και την ωριμότητα να αφήσουν και μια αντίθετη άποψη να ακουστεί, μετατρέποντας με αυτό τον τρόπο τις Γενικές Συνελεύσεις σε κακοστημένες θεατρικές παραστάσεις από τις οποίες προσπαθούν να εκβιάσουν το χειροκρότημα για να κλέψουν τις εντυπώσεις. Χάρη σε αυτούς λοιπόν οι συνδικαλιστές αλλά και ο ρόλος των συνελεύσεων έχει απαξιωθεί πλήρως στα μάτια των φοιτητών ενώ πλέον κανείς δυσκολεύεται να βρει ουσία σε ολόκληρη αυτή τη διαδικασία. Η έπαρση και η αλαζονεία τους έχει φτάσει σε σημείο ώστε να θεωρούν πως ο σύλλογος τους ανήκει και πως οι αποφάσεις τους είναι και αποφάσεις του συνόλου, επιδεικνύοντας με κάθε ευκαιρία μορφές αριστερού φασισμού. 
Αυτή η νοοτροπία όμως δεν πηγάζει από πρακτικές συγκεκριμένων ατόμων αλλά απορρέει από την ιδεολογία τους γενικότερα. Όπως τονίζει και ο ιστορικός αναλυτής Stanley Pain: «Η λέξη ‘φασίστας’ συνήθως υποδηλώνει τον βίαιο, τον κτηνώδη, τον καταπιεστικό ή τον δικτατορικό. Αν όμως ο φασισμός δε σήμαινε τίποτα περισσότερο από αυτό, τότε τα κομουνιστικά καθεστώτα θα έπρεπε πιθανόν να ενταχθούν στην κατηγορία των πιο φασιστικών καθεστώτων. Συμπεριλαμβάνοντας όμως στον ορισμό την ξενοφοβία, το ρατσισμό και την αντίθεση στην υλιστική θεωρία τα κομουνιστικά καθεστώτα μπορούν να ‘κατηγορηθούν’ μόνο για φασιστικές πρακτικές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κομουνισμός και ο φασισμός μοιράζονται πολλά θεμελιακά χαρακτηριστικά όπως η θετική αξιολόγηση της βίας και του αγώνα, τον ‘χωρίς όρια εξαναγκασμό’ όπως αποκαλούσε η επαναστατική Αριστερά και του ‘πειράματος ολικής κυριαρχίας’.» Αποκωδικοποιώντας λοιπόν τα λόγια του ιστορικού αναλυτή καταλαβαίνουμε ότι οι πρακτικές αυτές βασίζονται σε μια συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση που όμως απέχει τόσο πολύ από τη Δημοκρατία, την οποία κάποιοι τολμούν και επικαλούνται. 
Στην προσπάθεια τους οι πεφωτισμένοι φοιτητοπατέρες να φτιάξουν μία μαζική παράταξη καταντήσανε μια παράταξη της μάζας, αφού πλέον κουμάντο κάνει η επιταγή του όχλου. Δεν υπάρχει πλέον συγκεκριμένος σχεδιασμός αλλά μόνο πλειοδοσία για τη διάρκεια της κατάληψης και αυτό μέχρι να σταματήσει να είναι αρεστή. Το κίνημα το οποίο επικαλούνται τη μία μέρα, φαίνεται ξαφνικά να εξαφανίζεται την επόμενη, και αυτοί να μένουν εκτεθειμένοι για άλλη μια φορά μπροστά στους φοιτητές (όπως τον Οκτώβρη), απολογούμενοι για λάθος χειρισμούς (όπως πέρυσι με τη σίτιση) μήπως καταφέρουν να σώσουν τα απομεινάρια από το ναυάγιο. Προχωρούν σε έναν αγώνα με μόνο στόχο την εναντίωση στην κυβέρνηση, χωρίς όμως καμία αντιπρόταση για αυτό το οποίο θέλουν να ανατρέψουν. Και πώς να βρουν κάτι να αντιπροτείνουν τη στιγμή που δεν πιστεύουν ότι το υπάρχον πολιτικό σύστημα είναι βιώσιμο; Και ποιος είναι ο ρόλος τους λοιπόν; Περιορίζονται μόνο στην αντιπολίτευση και την στείρα αντιπαράθεση κάτι που είναι θεμιτό, αλλά όταν φτάνουμε σε επίπεδο λήψης αποφάσεων εκεί μας τραβάνε χρόνια πίσω. Μόνο στόχο έχουν την κατάληψη την οποία πλέον έχουν φτάσει σε σημείο να θεωρούν πολιτική θέση και κριτήριο για να χαρακτηρίζουν τις παρατάξεις. Δηλαδή μια παράταξη πλέον δε χαρακτηρίζεται από τις ιδέες της για το αν είναι αριστερή αλλά από το αν προτείνει κατάληψη… Προφανώς και έχουν πέσει σε τρομερό πολιτικό ολίσθημα και την κατάληψη από μέτρο άσκησης πίεσης πλέον τη θεωρούν πολιτική θέση.  
Το ζήτημα είναι να δείξεις συνέπεια στις πολιτικές σου θέσεις, να προτείνεις καταλήψεις όταν υπάρχουν μάχες να δοθούν και τις σταματάς όταν είναι άσκοπο να τις συνεχίσεις και έχεις περισσότερα να χάσεις παρά να κερδίσεις. Οφείλεις να αποδείξεις ότι έχεις αυτονομία στην λήψη των αποφάσεων σου, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες παρατάξεις που είτε είναι ‘αυτόνομες’ και εκτελούν τις επιταγές του όχλου, είτε αποτελούν ανδρείκελα των κηδεμόνων τους, εκφράζοντας άκριτα τις προσταγές τους.  
Αυτό το άρθρο μπορεί να μην αποτελέσει την ταφόπλακα στην αλαζονεία και την έπαρση κάποιων ούτε στις αντιδημοκρατικές πρακτικές τους, όμως η συνείδηση και η στήριξη των φοιτητών σίγουρα θα το κάνει.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Φρουτοσαλάτα αχταρμά προφιτερόλ με ολίγη

Μια από τις εκφράσεις που έχουν γίνει κλισέ πια στην εποχή μας, είτε λόγω άγνοιας της μεγάλης μάζας, είτε επειδή έτσι  βολεύεται μια ψηλά αγκιστρωμένη μειοψηφία, είναι ότι η γενιά μας είναι απολίτικη. Όσο απλοϊκά και απερίσκεπτα κάποιος κάνει μια τέτοια δήλωση άλλο τόσο λάθος αποδεικνύεται από τις συγκυρίες. Τι είναι η πολιτική; ένα ερώτημα που μπορεί να μοιάζει ρητορικό αλλά έχει απάντηση. Ο καθένας μέσα του κάπως την έχει ορίσει, συνειδητά ή ασυνείδητα, και παρόλο που μπορεί με αυτό τον τρόπο να προκύπτουν χιλιάδες ορισμοί, η πολιτική είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο. Έχει να κάνει με τις προτεραιότητες και τους κανόνες που μπαίνουν στη διανομή και τη διαχείριση των περιορισμένων πόρων που είναι διαθέσιμοι. Αν ζούσαμε σε έναν ιδανικό κόσμο, σε μια ουτοπία, με άπειρες πρώτες ύλες και τεχνογνωσία, συνδυασμένα κατάλληλα με επαρκή ικανότητα, ο καθένας θα μπορούσε να αποκτήσει ό,τι επιθυμεί. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δε συμβαίνει αλλά ο πλούτος είναι πεπερασμένος και η γνώση δεν παρέχεται σε όλους, έρχεται η πολιτική να δείξει ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία θα κατανέμονται οι πόροι αυτοί. Υπάρχει νέος που δεν ενδιαφέρεται για τα εφόδια που θα του εξασφαλίσουν μια θέση στην αγορά εργασίας; Που θα του εξασφαλίσουν ένα, όσο το δυνατόν αξιοπρεπέστερο, κομμάτι πόρων; Που θα του εγγυηθούν μια ελάχιστη ποιότητα ζωής; Υπάρχει νέος που δεν τον αγγίζει το πρόβλημα της ανεργίας; Το πενιχρό όριο του κατώτατου μισθού; Η ανεξέλεγκτη ακρίβεια; Η περιορισμένη αγοραστική του δύναμη; Δε νομίζω… οπότε εκ των πραγμάτων οι νέοι ενδιαφέρονται γα την πολιτική και την ουσία αυτής.
Οι νέοι δε δείχνουν αποστροφή προς την πολιτική αυτή κάθε αυτή, δεν είναι αυτή η παθογένεια της εποχής μας. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε στις μέρες μας είναι η απαξίωση των κομματικών της εκπροσώπων. Η γενιά μας ενοχλείται με τα σκάνδαλα, με τη διαφθορά, με τη μίζα που έχει γίνει τρόπος ζωής, με τη δυσλειτουργία, την κωλυσιεργία, την ανικανότητα και τις πλάγιες οδούς. Οι νέοι γυρίζουν την πλάτη στις πρακτικές που έχουν χρησιμοποιήσει τα κόμματα κατά καιρούς, αντιδρούν για την έλλειψη αξιοκρατίας, για την απουσία διαφάνειας, αλλά πάνω από όλα για την πικρή πραγματικότητα, ότι μας έχουν στερήσει την ελπίδα. Μας έχουν οδηγήσει σε μια εποχή αβεβαιότητας και απαισιοδοξίας. Μια εποχή ανασφάλειας για το μέλλον. Μπορεί κανείς να τους αδικήσει γι’ αυτό; Το κοινό αίσθημα είναι πάνω από κάθε υποκειμενική άποψη, πάνω από κάθε κομματική πεποίθηση, πάνω από τις δημοσκοπήσεις και μιλάει ξεκάθαρα.
Ας κάνουμε μια προσπάθεια να αποτυπώσουμε την κατάσταση μέσα στο πανεπιστήμιο, ως μικρογραφία της κοινωνίας μας, για να καταλάβουμε τι μας έχει οδηγήσει ως εδώ. Είναι αλήθεια ότι μεγάλη μερίδα από τους ενασχολούμενους με τα κοινά έχουν ξεχάσει τον πρωταρχικό ρόλο μιας πολιτικής οργάνωσης (την συνειδητοποίηση των φοιτητών, την διαμόρφωση των πολιτικών τους απόψεων και τον συνδικαλισμό προς όφελος του πανεπιστήμιου). Και αυτό έγινε σταδιακά. Αρχικά αποσιώπησαν τις αξίες τους, γιατί οι άξονες πολιτικής που είχαν υιοθετήσει έβαζαν ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια στην παροχή της γνώσης (ιδιωτικά πανεπιστήμια), κάτι που έβρισκε πολύ μικρή απήχηση στους φοιτητές, ενώ αργότερα εγκατέλειψαν και το συνδικαλισμό γιατί και αυτοί οι ίδιοι ποτέ δεν έμαθαν από τους παλαιότερους να λειτουργούν διαφορετικά. Απλά εκτελούν την περπατημένη που τους υπαγορεύουν. Το αποτέλεσμα; Άρτια καταρτισμένοι δημοσιοσχεσίτες που κρατούν επαφές με κουβεντούλα κομμωτηρίου, έχουν ανεπτυγμένη την ικανότητα να ξενυχτάνε και να πίνουν και παρόλα αυτά να ξυπνάνε νωρίς για να καλημερίσουν τους πρωτοετείς στα τραπεζάκια. Μπορούν  να κολλήσουν αφίσα σε δέκατα του δευτερολέπτου ενώ εκ των πραγμάτων καλλιεργούν σχέσεις μόνο σε φιλικό επίπεδο. Έχουν ισχνή πολιτική συνείδηση και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εκτίθενται αν επιχειρήσουν να μπουν σε πολιτικό διάλογο. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να παπαγαλίζουν άκριτα την κομματική τους προπαγάνδα, η οποία όμως καλό θα ήταν να περάσει στην αφάνεια, αφού δεν μπορούν να την υποστηρίξουν. Χρησιμοποιούν ψέματα για να κερδίσουν λίγες ψήφους σε μια συνέλευση (εκμεταλλευόμενοι την επιθυμία των φοιτητών να κάνουν μάθημα). Ένας αποκλειστικά οργανωτικός μηχανισμός με στόχο την κάλπη των εκλογών, που δε διστάζει να τραβήξει πίσω ολόκληρο το πανεπιστήμιο αρκεί να κρύψει τη δική του συνδικαλιστική ανεπάρκεια.
Από την άλλη είναι αυτοί που διεκδικούν το ρόλο του σημαιοφόρου, του αγωνισταρά, του μπροστάρη. Αυτοί που μετράνε την αγωνιστικότητα με εβδομάδες καταλήψεων. Η ‘’ριζοσπαστική αριστερά της ανατροπής’’ που αντιδρά μονολεκτικά και μονότονα σε κάθε τι διαφορετικό. Τόσο ριζοσπαστικοί όσο η συντήρηση, τόσο καινοτόμοι όσο το άκουσμα της κατάληψης στα αυτιά των φοιτητών. Με μόνο στόχο την ικανοποίηση της αυταρέσκειας τους, να μπορούν να κομπάζουν ότι κλείσανε πάλι τη σχολή, έχοντας μετατρέψει μια οργάνωση σε ταξιδιωτικό γραφείο. Μια παράταξη ανεμοδούρα που όπου φυσάει ο άνεμος πάει, και απλώνει και μαζεύει τα κινήματα σα να ήτανε χαρταετός. Το κίνημα που υπάρχει όταν οι φοιτητές ψηφίζουν κατάληψη (στέλνει 7 άτομα σε πανελλαδική πορεία) και εξαφανίζεται μια εβδομάδα αργότερα όταν θέλουν να δώσουν εξεταστική και μαζί με αυτό και το πενταετές πλάνο καταλήψεων. Αυτοί που αρχίζουν να λένε ‘’κακά’’ λόγια προς κάθε κατεύθυνση μόλις δούνε μεγάλο ακροατήριο για να δείξουν πόσο αντιδραστικοί και έξω από το σύστημα είναι ξεστομίζοντας άκριτα ότι να’ ναι όπου να’ ναι.
Και το πάζλ έρχεται να συμπληρώσει η κλαίουσα αριστερά. Η αριστερά της επίκλησης στο συναίσθημα, και μάλιστα στο συναίσθημα της λύπησης. Η αριστερά που διατυμπανίζει θέσεις υπέρ του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της παιδείας στα πανό, τους τοίχους, στις συνελεύσεις, αλλά ξεχνάει να την υποστηρίξει και στην πράξη. Η αριστερά που προτιμά το φοιτητή να πληρώνει (τα σχεδιαστικά του όργανα), για να αγανακτεί με το σύστημα, από το να του τα δίνει δωρεάν. Η αριστερά που μπορούσε, αλλά τελικά προσπάθησε, χέρι χέρι με τη συντήρηση, να κρατήσει πίσω το πανεπιστήμιο για να μη φανεί πόσο κούφιος και κενός είναι ο πολιτικός της λόγος. Ο αριστερός μηχανισμός κοπής ψήφων για τον κομματικό φορέα, στον οποίο έχει τυφλή υποταγή.
Αναπόφευκτα λοιπόν όταν κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με μια τέτοια κατάσταση μέσα στο πανεπιστήμιο, και βλέπει τέτοια αντιμετώπιση από μεγάλη μερίδα ‘’συνδικαλιστών’’ αυθόρμητα απαξιώνει τους κομματικούς εκπροσώπους στο δικό του μικρόκοσμο, ενώ εμένα μου έρχονται στο μυαλό οι στίχοι από ένα παλιό γνώριμο τραγούδι.


άλλοι θέλουνε να ανέβουνε προσπαθώντας να σε μειώσουνε
 επειδή δεν έχουνε τίποτα δικό τους να δώσουνε
άλλοι θέλουν να φανούνε σημαιοφόροι
το πιέζουν, μα όσο και αν το πιέζεις δεν σου βγαίνει με το ζόρι
κάτι σπόροι, κάποιοι που δεν έχουν βγάλει καν δόντια
μόλις βλέπουν λίγο φως αμέσως λένε κακά λόγια
άλλοι πάνε να πιάσουνε θέσεις
με δημόσιες σχέσεις, μα πόσο μπορείς να αντέξεις
άμα δεν ξέρεις και είσαι ψεύτης;
(TXC – δείξε σεβασμό)               
                
Πρώτοι οι συνδικαλιστές είναι αυτοί που ευθύνονται για τη γνώμη που έχουν για αυτούς και ύστερα οι προκαταλήψεις και το θυμικό των άλλων. Οι φοιτητές χρειάζονται μια σοβαρή και υπεύθυνη δύναμη με την οποία να μπορούν να οικοδομήσουν σχέσεις ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης. Μια δύναμη που να περνάει από τα λόγια στα έργα (δωρεάν υλικά σχεδίου), να είναι κοντά από τα μικρά μέχρι τα μεγάλα. Από τα δρομολόγια των λεωφορείων και το καινούριο λογισμικό των γραμματειών μέχρι τις εξεταστικές και τη δωρεάν σίτιση των φοιτητών. Να ασχολείται τόσο με τα πολιτικά όσο και με τα εκπαιδευτικά. Τόσο με τις εκφάνσεις του νέου νόμου με τα πολλαπλά συγγράμματα και τα ΚΕΣ όσο και με εκπαιδευτικές εκδρομές και ενημερωτικές διημερίδες. Χρειάζεται κριτική σκέψη και ικανότητα. Χρειάζεται σοβαρή και ρεαλιστική αντιμετώπιση υπαρκτών προβλημάτων. Χρειάζεται υπεύθυνη πολιτική στάση όταν οι αποφάσεις σου συνάδουν με το κοινό αίσθημα, αλλά και όταν είναι αντίθετες με αυτό. Χρειάζεται σεβασμό στο πως αντιμετωπίζεις τον άλλο απέναντι σου για να ζητήσεις με τη σειρά σου σεβασμό αν τον αξίζεις. Δεν πρέπει να δημιουργείς ευκαιριακές σχέσεις εξάρτησης αλλά βαθιές σχέσεις εκτίμησης. Δεν πρέπει να βάζεις τις εκλογές σαν αυτοσκοπό και να αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους σαν ψήφους, αλλά όπως λένε και στην αρχαία ιαπωνική τέχνη τοξοβολίας Kyudo, δε χρειάζεται να σημαδεύεις το στόχο. Αν κάνεις όλα τα βήματα σωστά, οι νόμοι της φύσης θα οδηγήσουν το βέλος στο κέντρο. Και αυτό αποδεικνύεται στην Ξάνθη περίτρανα τόσα χρόνια.
Όσο και αν φαίνεται οξύμωρο, τώρα είναι η ώρα να μπούμε ενεργά στην πολιτική. Τώρα που η ενασχόληση με τα κοινά έχει απαξιωθεί. Αφενός γιατί για να αλλάξεις ένα σύστημα πρέπει να το αλλάξεις από μέσα και αφετέρου γιατί θα πρέπει να ξεβολέψουμε από τις καρέκλες τους, τους ήδη ψηλά αγκιστρωμένους, και να αρχίσουμε να ζητάμε το λόγο. Εδώ είναι που πρέπει να αναλάβουμε δράση, να σηκωθούμε από τον καναπέ μας και να μην αφήνουμε τους άλλους να παίρνουν αποφάσεις για μας. Να πάρουμε μέρος στην εξέλιξη των γεγονότων. Να περάσουμε από το ‘’τι αποφασίσατε;’’ στο ‘’ας αποφασίσουμε’’. Είναι βασικός κανόνας εκσυγχρονισμού, περνώντας από το πανεπιστήμιο να το αφήνουμε καλύτερο απ’ ότι το βρήκαμε. Να αφήσουμε κάποιο έργο πίσω μας για κληρονομιά σε αυτούς που ακολουθούν…
Οι παρατάξεις έχουν διαφορές. Υπάρχουν στοιχεία που τις διακρίνουν και τις ξεχωρίζουν. Είτε γιατί αυτοί που τις απαρτίζουν ακολουθούν τις ιδέες και τις αξίες τους, είτε γιατί ισχυρές προσωπικότητες που προσφέρουν διαμορφώνουν τις αρχές και τους κανόνες που τις διέπουν. Όπως και να το δει κανείς είναι άδικο να τις εξισώσουμε. Ας αναλογιστούμε απλά ότι η έμπρακτη υποστήριξη είναι αυτή που δίνει τα πινέλα σε μια παράταξη να μπορεί, να συνεχίζει να χρωματίζει το πανεπιστήμιο των ονείρων μας. Μην αφήσετε το θυμικό να σας υπαγορεύει τι να κάνετε, αλλά εμπιστευτείτε τη λογική σας. Θα ήταν άδικο κάποιος να βάλει όλες τις παρατάξεις στην ίδια γαβάθα, λες και φτιάχνει φρουτοσαλάτα. Αλλά ακόμα και έτσι να είναι, ο καθένας, στη φρουτοσαλάτα του δε θέλει να έχει την ίδια ποσότητα από κάθε φρούτο. Υπάρχουν άλλα που σου αρέσουν περισσότερο και προσφέρουν και άλλα που μπορεί και να αφήσεις και στην άκρη.


Contact me

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *